24/04/2026
Το clawback θεσπίστηκε το 2013 ως έκτακτο μέτρο στη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου, με στόχο τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών υγείας. Δεκατρία χρόνια μετά εξακολουθεί να εφαρμόζεται, παρά το γεγονός ότι η κυβερνητική ρητορική αναφέρει πως έχουμε παρέλθει ανεπιστρεπτί τις εποχές των μνημονίων.
Σήμερα οι φυσικοθεραπευτές καλούνται να καταβάλουν ταυτόχρονα επιστροφές για προηγούμενα έτη, ενώ παράλληλα παρακρατείται και το clawback του τρέχοντος έτους. Στο σύνολο παρακρατούνται πέντε δόσεις (2018-2019, 2021, 2022, 2023 συν το τρέχον) και ξεχωριστά η παρακράτηση του φόρου 20%.
Αυτό σημαίνει ότι απομειώνεται συνεχώς η ήδη πολύ χαμηλή τιμή μονάδας, η οποία το 2012 είχε καθοριστεί στα 20 ευρώ, μειώθηκε το 2013 στα 15 ευρώ και σήμερα στην ουσία με την απομείωση, η αποζημίωση ανέρχεται περίπου στα 7 ευρώ, όσο δηλαδή είναι η αξία ενός καφέ.
Tο πρόβλημα δεν είναι απλώς λογιστικό, είναι ουσιαστικό. Το όριο δαπάνης για τη φυσικοθεραπεία παραμένει περίπου στα 80 εκατ. ευρώ εδώ και χρόνια, ενώ οι πραγματικές ανάγκες ξεπερνούν τα 105 εκατ. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκώς αυξανόμενο χρηματοδοτικό κενό, το οποίο καλούνται να καλύψουν οι ίδιοι οι επαγγελματίες υγείας μέσω υποχρεωτικών επιστροφών που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν το 50% των αποζημιώσεών τους.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: μόνο για το 2025, η μη κάλυψη από το κράτος της αναγκαίας δαπάνης οδήγησε σε μη καταβολή παρεχόμενων υπηρεσιών φυσικοθεραπείας άνω των 25 εκατ. ευρώ.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κατά μέσο όρο ο κάθε φυσικοθεραπευτής δεν αποζημιώθηκε 9.023 ευρώ από το έργο που προσέφερε το 2025 ή 1.981.650 συνεδρίες φυσικοθεραπείας παρασχέθηκαν δωρεάν για τον ΕΟΠΥΥ και τους Έλληνες πολίτες από τους 2.800 συμβεβλημένους φυσικοθεραπευτές.
Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι καμία επαγγελματική δραστηριότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει σταθερά υπό τέτοιες συνθήκες. Αυτό δημιουργεί σοβαρό ζήτημα βιωσιμότητας για περίπου 2.800 συμβεβλημένους φυσικοθεραπευτές και τους ~2.000 εργαζόμενους στον κλάδο και φυσικά τα εργαστήρια φυσικοθεραπείας αποτελούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν και όλα τα γνωστά προβλήματα όπως ακριβή θέρμανση, ενέργεια και γενικώς αυξημένα λειτουργικά κόστη.