10/02/2026
Ο διαβήτης δεν επηρεάζει μόνο το σώμα, αλλά μπορεί να επηρεάζει και την ψυχολογία, αυξάνοντας τις πιθανότητες για κατάθλιψη. Αυτό μπορεί να οφείλεται τόσο στο άγχος που προκαλεί η νόσος και οι συνέπειές της, όσο και η κούραση και το άγχος που προέρχονται από την διαρκή αυξημένη προσοχή για τη θεραπεία και την αντιμετώπισή του. Μερικά φάρμακα για τον διαβήτη φαίνεται πως ίσως αλλάζουν λίγο αυτόν τον κίνδυνο, σύμφωνα με μελέτες στη καθημερινότητα διαβητικών ασθενών.
Τα νέα φαρμακευτικά σκευάσματα δείχνουν να υλοποιούν τις υποσχέσεις τους. Θεαματικές απώλειες βάρους, βελτίωση μεταβολικών δεικτών, αναστροφή σε μερικές περιπτώσεις του διαβήτη. Αλλά με αρκετές μετρήσιμες παρενέργειες. Η πιο γνωστή είναι η σημαντική και μετρήσιμη απώλεια μυϊκού ιστού. Η πιό αόρατη είναι η κατάθλιψη.
Πολλές φορές οι διαιτολόγοι έχουμε διαχειριστεί, τα τελευταία χρόνια, ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική υποστήριξη. Και σε κάθε περίπτωση μπορούμε να δούμε από πρώτο χέρι, τα θετικά αλλά και τα αρνητικά αποτελέσματα της δράσης τους. Στα συνέδρια, υπάρχει μια σκοτεινή γωνιά. Ένας χώρος όπου δεν φωτίζεται αρκετά από τα επιστημονικά δεδομένα. Πλέον τα δεδομένα δείχνουν αυτό που όλοι οι διαιτολόγοι βλέπουμε. Η θεραπεία δεν είναι πάντα εύκολη, αρκετοί εγκαταλείπουν. Αλλά και αυτοί που συνεχίζουν βρίσκονται εκτεθειμένοι στη κατάθλιψη.
Σε μεγάλη συγκριτική ανάλυση ηλεκτρονικών φακέλων (2014–2022), η «παρατεταμένη» χρήση GLP‑1 αγωνιστών συσχετίστηκε με μικρή αύξηση κινδύνου εμφάνισης κατάθλιψης σε σύγκριση με SGLT2 αναστολείς (+1.0%) και με σουλφονυλουρίες (+1.8%), ενώ οι SGLT2 αναστολείς συσχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης έναντι DPP‑4 αναστολέων.
Σε σχετικά νέα μελέτη φάνηκε ότι οι ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 (T2D) που ξεκίνησαν και συνέχισαν τη χρήση αγωνιστών υποδοχέων GLP-1 (RA) αντιμετώπισαν ελαφρώς υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης σε διάστημα 2,5 ετών σε σύγκριση με όσους συνέχισαν τη χρήση αναστολέων SGLT2 ή σουλφονυλουριών.
Σε μεγάλη μελέτη σε παχύσαρκους ενήλικες (liraglutide/semaglutide) βρέθηκε αυξημένος κίνδυνος για «οποιαδήποτε» ψυχιατρική διαταραχή, με ακόμη μεγαλύτερο για μείζονα κατάθλιψη και αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε σχέση με μη χρήστες GLP‑1RA.
Δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης από EudraVigilance (31.444 αναφορές) κατέγραψε 372 αναφορές ψυχιατρικών ανεπιθύμητων ενεργειών (≈1,2%), όπου η κατάθλιψη ήταν το συχνότερο συμβάν (50,3%), ακολουθούμενη από άγχος και αυτοκτονικό ιδεασμό.
Και σε άλλες βάσεις δεδομένων (π.χ. FAERS, WHO VigiBase) υπήρχαν αναφορές για κατάθλιψη/αυτοκτονικό ιδεασμό με semaglutide και άλλους GLP‑1RA, χωρίς όμως να μπορούν να αποδείξουν αιτιότητα, λόγω bias και υπο- ή υπερ-αναφοράς.
Υπάρχει επίσης και η άλλη πλευρά. Οι ασθενείς που ξεκίνησαν την αγωγή αλλά την διέκοψαν. Σε πρόσφατη μελέτη στις ΗΠΑ, σε 125.474 ασθενείς, σχεδόν το 50% διέκοψε τη θεραπεία. Παράγοντες που σχετίζονται με τη διακοπή της θεραπείας ήταν η απουσία διαβήτη, η προχωρημένη ηλικία, η κακή γαστρεντερική ανεκτικότητα και το υψηλό κόστος της θεραπείας.
Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος.
Συστηματική ανασκόπηση–μετα‑ανάλυση (2025) για GLP‑1RA εστιασμένη σε αυτοκτονικό ιδεασμό/συμπεριφορά δεν βρήκε στατιστικά σημαντική αύξηση κινδύνου συνολικά, αλλά επισημαίνει σημαντικούς περιορισμούς και πιθανό υψηλότερο κίνδυνο σε άτομα με προϋπάρχουσες ψυχιατρικές διαταραχές.
Ο FDA (2026) σε ενδιάμεση αξιολόγηση αναφέρει ότι τα έως τώρα δεδομένα «δεν υποστηρίζουν σαφή αιτιώδη σύνδεση» GLP‑1 φαρμάκων με αυτοκτονικό ιδεασμό/δράση, αλλά η διερεύνηση συνεχίζεται.
Που καταλήγουμε; Στο ότι σε κάθε περίπτωση η φαρμακευτική αγωγή για τη παχυσαρκία χρειάζεται μια διεπιστημονική διαχείριση. Με αυξημένη επαγρύπνηση και που δεν θα εστιάζει απλά στη μεταβολή του βάρους. Αλλά στη τροποποίηση της διατροφικής συμπεριφοράς και που θα είναι ευαισθητοποιημένη να διαχειριστεί και τις ψυχολογικές συνέπειες της θεραπείας.