15/02/2026
Γιατί οι γυναίκες νιώθουν πιο έντονα το κρύο – Η επιστημονική εξήγηση
Μια νέα μελέτη φωτίζει τη σχέση μεταβολισμού, σωματικού λίπους και θερμικής μόνωσης, εξηγώντας τις διαφορές στην αντίληψη θερμοκρασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Η αίσθηση ότι «οι γυναίκες κρυώνουν περισσότερο» δεν αποτελεί απλώς στερεότυπο. Επιστημονική μελέτη επιχείρησε να εξηγήσει τη διαφορά αυτή, αναδεικνύοντας βιολογικούς και μεταβολικούς παράγοντες που επηρεάζουν την αντίληψη του ψύχους.
Σε ελεγχόμενο περιβάλλον με θερμοκρασίες από 17 έως 31 βαθμούς Κελσίου, ερευνητές μελέτησαν 28 υγιείς άνδρες και γυναίκες και κατέγραψαν τις αντιδράσεις του οργανισμού τους.
Χαμηλότερος μεταβολικός ρυθμός ηρεμίας
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης, Robert Brychta, οι γυναίκες εμφάνισαν «ψυχρότερη» μετατόπιση στη θερμοκρασία σώματος, χωρίς όμως σημαντικές διαφορές στη θερμοκρασία του δέρματος.
Το κρίσιμο εύρημα αφορά τον μεταβολικό ρυθμό ηρεμίας. Οι άνδρες διαθέτουν κατά μέσο όρο περίπου 23% υψηλότερο βασικό μεταβολισμό, κυρίως λόγω μεγαλύτερης μυϊκής μάζας. Δεδομένου ότι ο βασικός μεταβολισμός καθορίζει την παραγωγή θερμότητας σε κατάσταση ανάπαυσης, τα άτομα με υψηλότερο μεταβολισμό παράγουν περισσότερη εσωτερική θερμότητα.
Ο μεταβολικός ρυθμός ηρεμίας αφορά τις θερμίδες που καίει ο οργανισμός για βασικές λειτουργίες, όπως αναπνοή, κυκλοφορία και ρύθμιση θερμοκρασίας.
Το μέγεθος σώματος παίζει καθοριστικό ρόλο
Η έρευνα δείχνει ότι το σωματικό μέγεθος επηρεάζει άμεσα την παραγωγή θερμότητας. Ένα μικρότερο άτομο, ανεξαρτήτως φύλου, παράγει λιγότερη θερμότητα από ένα μεγαλύτερο σώμα.
Έτσι, μια μικροκαμωμένη γυναίκα ενδέχεται να αισθάνεται περισσότερο το κρύο σε σύγκριση με έναν μεγαλόσωμο άνδρα. Ωστόσο, το ίδιο μπορεί να ισχύει και για έναν μικροκαμωμένο και αδύνατο άνδρα σε σχέση με ένα άτομο μεγαλύτερου μεγέθους.
Η παραγωγή θερμότητας αυξάνεται αναλογικά με τη μάζα σώματος, ενώ η ικανότητα διατήρησης της θερμότητας επηρεάζεται από τη σύσταση του σώματος.
Ρόλος του σωματικού λίπους και της «θερμικής μόνωσης»
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα αφορά τη θερμική μόνωση. Τα άτομα με υψηλότερα ποσοστά σωματικού λίπους εμφανίζουν μεγαλύτερη αντίσταση στην απώλεια θερμότητας.
Οι γυναίκες τείνουν να έχουν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους σε σχέση με τους άνδρες, γεγονός που παρέχει αυξημένη μόνωση. Ωστόσο, η συνολική παραγωγή θερμότητας παραμένει χαμηλότερη λόγω μικρότερης μυϊκής μάζας και μεταβολικού ρυθμού.
Η τελική αίσθηση ψύχους, επομένως, δεν εξαρτάται από έναν μόνο παράγοντα, αλλά από τη δυναμική ισορροπία ανάμεσα σε παραγωγή και απώλεια θερμότητας.
Εσωτερική θερμοκρασία και άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες διαθέτουν ελαφρώς υψηλότερη εσωτερική θερμοκρασία. Η διαφορά αυτή ενδέχεται να ενισχύει την αντίληψη του κρύου αέρα ως πιο έντονου.
Παράλληλα, η αίσθηση ψύχους επηρεάζεται από επιπλέον μεταβλητές, όπως:
Στρες
Κάπνισμα
Διατροφικές συνήθειες
Χρήση ορμονικών αντισυλληπτικών
Η ορμονική ισορροπία παίζει ιδιαίτερο ρόλο, ειδικά κατά τον εμμηνορροϊκό κύκλο ή στην εμμηνόπαυση.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα στην πράξη
Η έρευνα καταλήγει ότι η αίσθηση ζέστης ή κρύου εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες: το μέγεθος του σώματος, τη σύσταση (μυϊκή μάζα – λίπος) και τον μεταβολικό ρυθμό.
Η διαφορά ανάμεσα στα φύλα δεν αποτελεί απόλυτο κανόνα. Αντίθετα, αντικατοπτρίζει μέσους βιολογικούς δείκτες που διαφοροποιούνται σημαντικά από άτομο σε άτομο.