24/12/2025
Τον καιρό εκείνο, που ήμουν μικρή
(ο ανιψιός μου ακόμα πιστεύει πως είμαι συμμαθήτρια του Κολοκοτρώνη),
οι γιορτές των Χριστουγέννων ήταν πολύ βαρετές για τα παιδιά του χωριού.
Είχαν όμως μία κορυφαία στιγμή: τα κάλαντα.
Οι μανάδες μας μας ντύνανε σαν κρεμμύδια. Απανωτές στρώσεις ρούχων,
αλλά από πάνω το καλό μας παλτό, παρακαλώ — Χριστούγεννα έρχονται.
Ξεκινούσαμε δύο-δύο κοριτσάκια, με τις ανάσες να αχνίζουν και τις μύτες να κοκκινίζουν.
Κάναμε τον γύρο των λιγοστών σπιτιών του χωριού, περπατώντας ξυστά στο πεζοδρόμιο.
Τις μέρες εκείνες είχε πάντα φουρτούνες· η θάλασσα ανέβαινε στον δρόμο
και ψέκαζε το ολοκαίνουργιο μαντουδάκι μας.
Στον δρόμο ενωνόμασταν με τα υπόλοιπα παιδιά.
Γινόμασταν ένα πολύχρωμο μπουλούκι από παλτουδάκια
και σκουφάκια με τεράστια πον πον στην κορυφή.
Και μόνο τότε, όταν είχαμε περάσει από όλα τα άλλα σπίτια,
νιώθαμε αρκετά γενναίοι για να χτυπήσουμε τις πόρτες των πιο φοβιστικών κατοίκων.
Πρώτα των «γανωτίδων», δύο περιπλανώμενων Ηπειρωτών που γάνωναν σκεύη.
Ήσυχοι άνθρωποι, λίγο απόμακροι — και αυτό έφτανε για να φοβίσει τη μαρίδα του χωριού.
Τελευταίο σπίτι, πάντα, εκείνης της περίεργης γιαγιάκας
με τον πιο επιθετικό κόκορα της περιοχής.
Όλα τα παιδιά τα είχε κυνηγήσει ο άτιμος.
Παγωμένα, με τις τσέπες γεμάτες πεσκέσια και νομίσματα,
επιστρέφαμε στις οικογένειές μας
με το ύφος του περιηγητή που γυρίζει από μεγάλη περιπέτεια.
Το μόνο που έμενε πια ήταν να δούμε
τι θα μας φέρουν οι καλικάντζαροι το βράδυ των Χριστουγέννων.
Καλά μας Χριστούγεννα.