03/12/2025
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου η πιο γενναία επιλογή δεν είναι να προχωρήσουμε μπροστά, αλλά να στραφούμε προς τα μέσα. Να ανακαλέσουμε τα κομμάτια μας που μείνανε πίσω, ξεχασμένα μέσα σε χρόνια προσαρμογής, κόπωσης και εξιδανικεύσεων.
Η απόφαση «να πάω μέσα μου» δεν είναι εύκολη.
Σημαίνει να σταματήσω να τρέχω.
Να αφήσω τον θόρυβο των άλλων να χαμηλώσει.
Να σταθώ απέναντι στις πλευρές μου που απέφευγα,
στις ανάγκες που υποτίμησα,
στα συναισθήματα που κάποτε έμαθα να σιωπώ.
Και εκεί εμφανίζεται η πιο αληθινή αγωνία:
«Ελπίζω να με δεχτώ.»
Γιατί η επιστροφή στον εαυτό δεν είναι δεδομένη.
Ο καθένας μας κουβαλά εσωτερικούς κριτές, σκιές ντροπής, απορρίψεις που κάποτε έγιναν κανόνας.
Κουβαλά και τη βιασύνη της επιβίωσης, που μας έμαθε να παρεξηγούμε τις ανάγκες μας σαν αδυναμίες.
Το να “δεχτώ τον εαυτό μου” σημαίνει να του επιτρέψω να υπάρξει χωρίς όρους.
Να τον ακούσω πριν τον κρίνω.
Να τον καταλάβω πριν τον διορθώσω.
Να του δώσω χώρο να αναπνεύσει, χωρίς να τον πιέζω να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Κι εκεί αρχίζει η εσωτερική μετατόπιση:
η στιγμή που η αυτοεγκατάλειψη σταματά.
Που ο άνθρωπος αποφασίζει να γίνει σπίτι για τον εαυτό του αντί για πεδίο μάχης.
Η ψυχοθεραπεία, όπως και αυτό το απόσπασμα, μας υπενθυμίζει κάτι βαθύ:
η πιο σημαντική επιστροφή δεν είναι ποτέ σε κάποιον άλλον·
είναι πάντα σε εμάς.
Και όταν επιστρέφουμε αληθινά, με παρουσία και αποδοχή
ο εαυτός δεν μας απορρίπτει.
Μας αναγνωρίζει.
Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν περίμενε τίποτα άλλο παρά να γυρίσουμε.