01/01/2026
Αθανασία - l’immortalité
Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος δεν επενδύει στη ζωή, αλλά σε κάτι πιο ύπουλο: στην ιδέα ότι δεν θα τελειώσει. Όχι μόνο με τη βιολογική έννοια, αλλά κυρίως με τη συμβολική. Ότι αυτό που είναι, αυτό που κάνει, αυτό που εκπροσωπεί, δεν θα χαθεί. Αυτές είναι οι εποχές όπου η αθανασία δεν εμφανίζεται ως φαντασίωση μεγαλείου, αλλά ως ψυχική ανάγκη σταθεροποίησης.
Δεν πρόκειται για πρωτόγονη αυταπάτη. Πρόκειται για δομική απάντηση σε περιόδους ιστορικής, κοινωνικής ή υποκειμενικής ρευστότητας. Όταν τα πλαίσια καταρρέουν, όταν οι μεταβιβάσεις δεν εγγυώνται συνέχεια, όταν οι γενεακές αφηγήσεις διακόπτονται, τότε το υποκείμενο στρέφεται σε κάτι που υπόσχεται διάρκεια. Όχι παρηγοριά. Διάρκεια.
Η επένδυση στην αθανασία δεν αφορά απαραίτητα τον θάνατο. Αφορά τον φόβο της διαγραφής. Τον φόβο ότι αυτό που συγκροτήθηκε με κόπο —ταυτίσεις, σχέσεις, έργο, όνομα— μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς ίχνος. Εκεί, η αθανασία λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην εμπειρία του αντικαταστάσιμου. Δεν λέει «δεν θα πεθάνω», λέει «δεν θα είμαι ασήμαντος».
Σε τέτοιες εποχές, η ψυχική οικονομία μετατοπίζεται. Η επιθυμία δεν οργανώνεται γύρω από το ζην, αλλά γύρω από το ίχνος. Τι θα μείνει. Ποιος θα θυμάται. Πώς θα εγγραφώ. Η δημιουργία, η προσφορά, ακόμη και η αγάπη, φορτίζονται με μια απαίτηση συνέχειας. Δεν δίνονται ελεύθερα· δίνονται με την κρυφή προσδοκία ότι θα επιστρέψουν ως μνήμη, ως αναφορά, ως όνομα.
Κλινικά, αυτό εμφανίζεται όχι ως μεγαλομανία, αλλά ως δυσκολία αποχωρισμού. Το υποκείμενο δυσκολεύεται να δεχτεί ότι κάτι μπορεί να έχει αξία μόνο για όσο διαρκεί. Ότι μια σχέση μπορεί να ήταν ουσιαστική χωρίς να είναι αιώνια. Ότι ένα έργο μπορεί να ήταν αληθινό χωρίς να επιβιώσει. Εκεί, η αθανασία γίνεται ψυχικό υποκατάστατο της απώλειας. Όχι της απώλειας που έρχεται, αλλά της απώλειας που έχει ήδη συμβεί.
Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι όπου αυτό εντείνεται. Περίοδοι κρίσης νοήματος, όπου οι παραδοσιακές εγγυήσεις —θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, επάγγελμα— δεν λειτουργούν πια ως φορείς συνέχειας. Τότε το άτομο καλείται να σηκώσει μόνο του αυτό που παλιότερα σήκωνε το συλλογικό. Να εγγυηθεί μόνο του τη διάρκειά του. Και αυτό είναι δυσβάσταχτο.
Η αθανασία, σε αυτές τις εποχές, δεν είναι ιδανικό. Είναι άμυνα. Μια άμυνα απέναντι στην εμπειρία ότι τίποτα δεν κρατά. Ότι όλα ρευστοποιούνται, ανακυκλώνονται, αντικαθίστανται. Ότι ακόμα και ο πόνος γίνεται περιεχόμενο, ακόμη και η μνήμη γίνεται δεδομένο. Μπροστά σε αυτό, η αθανασία εμφανίζεται σαν τελευταία γραμμή άμυνας του Εγώ: αν δεν μπορώ να κρατήσω τον κόσμο, θα κρατήσω τουλάχιστον την ιδέα ότι δεν χάνομαι μέσα του.Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτή η επένδυση είναι ψευδής. Το πρόβλημα είναι ότι είναι βαριά. Φορτίζει τη ζωή με μια απαίτηση που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Κάθε πράξη καλείται να δικαιολογηθεί εκ των υστέρων από τη διάρκειά της. Κάθε σχέση πιέζεται να αποδείξει ότι άξιζε. Κάθε τέλος βιώνεται όχι ως τέλος, αλλά ως αποτυχία.Η ψυχαναλυτική εργασία δεν έρχεται να καταργήσει αυτή την επένδυση με διαβεβαιώσεις θνητότητας. Δεν λέει «όλα τελειώνουν, αποδέξου το». Αυτό θα ήταν ηθικολογία. Η εργασία έγκειται αλλού: στο να μπορεί το υποκείμενο να αντέξει ότι κάτι είχε νόημα χωρίς να χρειάζεται να διαρκεί για πάντα. Ότι η αξία δεν μετριέται με χρόνο επιβίωσης. Ότι η απώλεια δεν ακυρώνει το γεγονός.
Όταν αυτό γίνεται δυνατό, η αθανασία χάνει το βάρος της. Όχι επειδή απορρίπτεται, αλλά επειδή παύει να είναι αναγκαία. Και τότε, παραδόξως, η ζωή γίνεται πιο βιώσιμη. Όχι πιο ασφαλής. Πιο ελεύθερη από την υποχρέωση να αφήσει ίχνος. Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος επενδύει στην αθανασία. Και υπάρχουν στιγμές —σπάνιες— που μπορεί να αποσύρει αυτή την επένδυση χωρίς να καταρρεύσει.
Εκεί αρχίζει κάτι άλλο. Όχι η αθανασία. Η δυνατότητα να ζει κανείς χωρίς να χρειάζεται να σωθεί από τον χρόνο.
Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.
Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.
L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».
Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.
Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.
Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.
L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.
Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.
Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.
Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.
Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.
© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK
📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
Έχετε υπόψιν
Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.
Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.
Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)
Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.
Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.
© Μιχάλης Πατεράκης
Reposting Policy (EN)
All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.
Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.
© Michalis Paterakis
Politique de Republipostage (FR)
Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.
Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.
© Michalis Paterakis
Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)
Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.
Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.
© Michalis Paterakis