Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας

  • Home
  • Greece
  • Athens
  • Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας

Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας Contact information, map and directions, contact form, opening hours, services, ratings, photos, videos and announcements from Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας, Mental Health Service, Καρνεάδου 37, Κολωνάκι, Athens.

Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία για ενήλικες που αναζητούν βάθος και πραγματική μετατόπιση.
Κλινική εργασία υψηλής απαιτητικότητας σε ναρκισσιστικές οργανώσεις, επαναληπτικά μοτίβα και άγχος χωρίς προφανή αιτία, με συνέπεια και αυστηρότητα πλαισίου. Βραχεία και μακροχρόνια ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Αναλαμβάνονται περιπτώσεις αγχωδών διαταραχων, καταθλιπτικών αντιδράσεων, φοβικής συμπτωματολογίας, κρίσεων πανικού, ανορεξίας-βουλιμίας, ψυχοσωματικων εκδηλώσεων, παρατεταμένης μελαγχολίας, ψυχώσεων, διαταραχων της προσωπικότητας όπως υστερική, αποφευκτική, σχιζοειδής, σχιζότυπη, αντικοινωνική, οριακή, Ιδεοψυχαναγκαστική, παθητικοεπιθετική, κτλ Επίσης αναλαμβάνεται θεραπεία διαζυγίου, διαχείριση θυμού - εκρήξεων, αντιμετώπιση διαταραχης μετατραυματικού stress, κτλ.

12/02/2026

Η Επιλογή του Αναλυόμενου: Γιατί η Ψυχαναλυτική Εργασία δεν Απευθύνεται σε Όλους

Στην εποχή της γενικευμένης προσφοράς υπηρεσιών ψυχικής υγείας έχει εδραιωθεί μια σιωπηρή παραδοχή: ότι η θεραπευτική σχέση είναι ένα πεδίο ανοιχτό σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς όρια, χωρίς επιλογή. Η ψυχαναλυτική πρακτική όμως δεν συγκροτήθηκε ιστορικά ως υπηρεσία άμεσης ανακούφισης ούτε ως μηχανισμός διαχείρισης δυσφορίας. Συγκροτήθηκε ως μια ιδιαίτερη μορφή εργασίας πάνω στον ψυχισμό, η οποία προϋποθέτει συγκεκριμένες εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες.

Η ψυχανάλυση δεν αφορά απλώς το αίτημα για βοήθεια. Αφορά την απόφαση για μετασχηματισμό.

Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ψυχική οδύνη, η δυσφορία, το άγχος ή η σύγχυση μπορούν να οδηγήσουν κάποιον να αναζητήσει υποστήριξη, συμβουλευτική ή καθοδήγηση. Η ψυχαναλυτική εργασία, αντίθετα, προϋποθέτει την επιθυμία να στραφεί κανείς προς την ίδια τη δομή της επιθυμίας του, προς τις ασυνείδητες συγκρούσεις, προς εκείνα τα στοιχεία του εαυτού που δεν είναι άμεσα προσβάσιμα ούτε ευχάριστα στην αναγνώριση.

Δεν πρόκειται για θεραπεία συμπτωμάτων αλλά για αναδιοργάνωση της ψυχικής οικονομίας.

Αυτός ο προσανατολισμός συνεπάγεται μια ιδιαίτερη μορφή δέσμευσης. Η ψυχαναλυτική διαδικασία δεν συγκροτείται ως περιστασιακή παρέμβαση, ούτε ως δοκιμαστική εμπειρία. Προϋποθέτει χρονική συνέχεια, σταθερότητα της συνάντησης, αντοχή στην αβεβαιότητα και δυνατότητα παραμονής στη διερεύνηση ακόμη και όταν η εργασία γίνεται δύσκολη ή αντιστέκεται σε άμεσα αποτελέσματα.

Η ψυχαναλυτική σχέση δεν λειτουργεί ως χώρος άμεσης ανακούφισης αλλά ως πεδίο επεξεργασίας. Και η επεξεργασία αυτή απαιτεί αντοχή.

Η κλασική ψυχαναλυτική παράδοση περιγράφει τη θεραπευτική εργασία ως διαδικασία που ενεργοποιεί αντιστάσεις, άγχος και αμφιθυμία. Ο αναλυόμενος δεν καλείται απλώς να εκφραστεί, αλλά να συναντήσει πτυχές του εαυτού του που έως τότε είχαν οργανωθεί αμυντικά. Η εργασία αυτή δεν είναι πάντοτε ευχάριστη, ούτε εγγυάται άμεση βελτίωση της διάθεσης. Απαιτεί τη δυνατότητα να αντέχει κανείς την ψυχική εργασία ως τέτοια.

Αυτό εισάγει μια ακόμη κρίσιμη διάσταση: τη σχέση με την ευθύνη. Στην ψυχαναλυτική διαδικασία το υποκείμενο δεν αντιμετωπίζεται ως παθητικός δέκτης παρέμβασης, αλλά ως φορέας της ίδιας του της ιστορίας. Η εργασία προϋποθέτει την ανάληψη της προσωπικής συμμετοχής στη διαμόρφωση των συμπτωμάτων, των σχέσεων και των επαναλήψεων. Χωρίς αυτή τη διάθεση ανάληψης, η διαδικασία ακινητοποιείται.

Η ψυχαναλυτική εργασία προϋποθέτει επίσης σταθερότητα στο επίπεδο της πραγματικότητας. Η χρονική συνέπεια, η τακτική παρουσία και η δυνατότητα διατήρησης της διαδικασίας στον χρόνο αποτελούν ουσιώδεις όρους της θεραπευτικής συνθήκης. Δεν αποτελούν οργανωτικές λεπτομέρειες, αλλά μέρος της ίδιας της ψυχικής διεργασίας. Η σταθερότητα του πλαισίου επιτρέπει τη σταδιακή αποδόμηση των αμυνών και την εγκαθίδρυση της μεταβίβασης ως πεδίου εργασίας.

Η δέσμευση αυτή είναι ταυτόχρονα ψυχική και πραγματική. Απαιτεί προσωπική απόφαση, αλλά και τη δυνατότητα να υποστηριχθεί πρακτικά η διάρκεια της διαδικασίας. Η ψυχαναλυτική εργασία δεν μπορεί να υπάρξει ως περιστασιακή ή αποσπασματική εμπειρία χωρίς να αλλοιωθεί η λειτουργία της.

Από την οπτική των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, η σταθερότητα του πλαισίου καθιστά δυνατή την αναβίωση πρώιμων σχέσεων μέσα στη μεταβίβαση και την επεξεργασία τους. Η διακοπτόμενη ή ασταθής συμμετοχή δεν επιτρέπει τη συγκρότηση αυτής της εμπειρίας. Το πλαίσιο δεν είναι εξωτερικός περιορισμός αλλά αναγκαία συνθήκη της ψυχικής διεργασίας.

Εξίσου κρίσιμη είναι η διάκριση μεταξύ αιτήματος ανακούφισης και αιτήματος γνώσης. Πολλές μορφές θεραπευτικής παρέμβασης οργανώνονται γύρω από την αποκατάσταση της λειτουργικότητας ή τη μείωση του άγχους. Η ψυχαναλυτική εργασία οργανώνεται γύρω από τη γνώση του ασυνειδήτου, ακόμη και όταν αυτή η γνώση συνοδεύεται από προσωρινή αύξηση της δυσφορίας. Το υποκείμενο δεν καλείται να απαλλαγεί απλώς από το σύμπτωμα, αλλά να κατανοήσει τη λειτουργία του.

Η κατανόηση αυτή δεν επιβάλλεται. Προϋποθέτει επιθυμία.

Γι’ αυτό και η ψυχαναλυτική εργασία δεν μπορεί να απευθύνεται αδιακρίτως. Δεν αποκλείει, αλλά προϋποθέτει. Δεν απορρίπτει, αλλά αναγνωρίζει ότι η συγκεκριμένη μορφή εργασίας απαιτεί μια ιδιαίτερη θέση του υποκειμένου απέναντι στον εαυτό του.

Η θεραπευτική σχέση, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι μόνο επιλογή του αναλυόμενου. Είναι και επιλογή της διαδικασίας. Η συνάντηση συγκροτείται εκεί όπου η επιθυμία για ψυχική γνώση, η δυνατότητα δέσμευσης και η αντοχή στην εργασία μπορούν να συνυπάρξουν.

Η ψυχανάλυση δεν υπόσχεται άμεση λύση ούτε καθολική εφαρμογή. Προσφέρει έναν χώρο όπου το υποκείμενο μπορεί να συναντήσει τον εαυτό του πέρα από τις άμυνες και τις επαναλήψεις που το οργανώνουν. Αλλά η συνάντηση αυτή προϋποθέτει απόφαση.

Και η απόφαση αυτή δεν είναι αυτονόητη. Είναι πράξη.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

12/02/2026

Η Ψυχανάλυση Δεν Είναι για Όλους

Οι περισσότεροι άνθρωποι ζητούν ψυχοθεραπεία για να νιώσουν καλύτερα.
Να μειωθεί το άγχος. Να σταματήσει η δυσφορία. Να βελτιωθούν οι σχέσεις.

Η ψυχανάλυση δεν ξεκινά από εκεί.

Δεν έχει στόχο την προσαρμογή του ανθρώπου στη ζωή του όπως είναι.
Δεν υπόσχεται γρήγορη ανακούφιση.
Δεν προσφέρει τεχνικές ευεξίας ή καθοδήγηση.

Στρέφεται αλλού.

Στο σημείο της σύγκρουσης.

Εκεί όπου ο άνθρωπος συμμετέχει ασυνείδητα σε αυτό που τον δυσκολεύει.
Εκεί όπου η επιθυμία συγκρούεται με την απαγόρευση.
Εκεί όπου η επανάληψη οργανώνει τη ζωή χωρίς να γίνεται αντιληπτή.

Η ψυχανάλυση δεν ανακουφίζει πρώτα. Αποκαλύπτει.

Και αυτή η αποκάλυψη δεν είναι πάντοτε ευχάριστη.
Σημαίνει να δει κανείς τη δική του συμμετοχή στα αδιέξοδα που βιώνει.
Να αναγνωρίσει τις ασυνείδητες επιλογές του.
Να αντέξει την απώλεια βεβαιοτήτων για τον εαυτό του.

Η διαδικασία είναι απαιτητική και μακρόχρονη.
Δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά, αλλά τη δομή της επιθυμίας, τον τρόπο που σχετίζεται κανείς, τον τρόπο που αγαπά, που φοβάται, που αποφεύγει, που επαναλαμβάνει.

Για τον λόγο αυτό, η ψυχαναλυτική εργασία δεν απευθύνεται σε όλους.

Απευθύνεται σε ανθρώπους που μπορούν να αντέξουν την αβεβαιότητα χωρίς άμεσες απαντήσεις.
Σε ανθρώπους που δεν ζητούν επιβεβαίωση αλλά κατανόηση.
Σε ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν χρόνο, ψυχική ενέργεια και προσωπική ευθύνη στη διερεύνηση του εαυτού τους.

Η ψυχανάλυση δεν είναι τεχνική βελτίωσης της ζωής.
Είναι εργασία μετασχηματισμού της σχέσης του ανθρώπου με την επιθυμία του.

Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να εμφανιστούν αμφιβολία, αντίσταση, θυμός ή σύγχυση.
Το υποκείμενο καλείται να εγκαταλείψει τρόπους ύπαρξης που μέχρι τότε το προστάτευαν.

Η αλλαγή δεν επιβάλλεται. Προκύπτει.

Και προκύπτει μόνο όταν ο άνθρωπος μπορεί να αναλάβει την ευθύνη της ψυχικής του πραγματικότητας χωρίς να την αποδίδει αποκλειστικά στους άλλους ή στις συνθήκες.

Η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν είναι για όποιον θέλει να απαλλαγεί γρήγορα από τον πόνο.
Είναι για όποιον θέλει να κατανοήσει τη θέση του μέσα σε αυτόν.

Δεν είναι για όλους.
Αν όμως κάποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτή την προοπτική, η ψυχαναλυτική εργασία μπορεί να αποτελέσει μια βαθιά εμπειρία μετασχηματισμού.



Μιχάλης Πατεράκης
Ψυχολόγος — Ψυχαναλυτικός Ψυχοθεραπευτής
Κολωνάκι, Αθήνα
📞 211 7151 801
🌐 www.psychotherapy.net.gr

Η θεραπεία της κατάθλιψης είναι συχνά μακρόχρονη, γιατί οι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο για να έρθουν σε επαφή με την εσωτ...
09/02/2026

Η θεραπεία της κατάθλιψης είναι συχνά μακρόχρονη, γιατί οι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο για να έρθουν σε επαφή με την εσωτερική επιθετικότητα που ως τότε ήταν δεσμευμένη στα συμπτώματα. Όταν αυτό αρχίσει να συμβαίνει, αναδύεται η δυνατότητα του θρήνου — και μαζί του η έναρξη της εργασίας του πένθους.

Ας δούμε όμως τα πράγματα αναλυτικά, ξεκινώντας από την γένεση της κατάθλιψης:

«Η Κατάθλιψη ως Δομή του Εγώ: Όταν το Πένθος Παύει να Κινείται και Γίνεται Προσωπικότητα»

Η καταθλιπτική προσωπικότητα δεν συγκροτείται γύρω από τη θλίψη ως συναίσθημα, αλλά γύρω από μια ιδιαίτερη οργάνωση του ψυχισμού απέναντι στην απώλεια. Στην κλασική ψυχαναλυτική θεώρηση, ήδη από τον Φρόυντ και με αποφασιστική εμβάθυνση από τον Karl Abraham, η κατάθλιψη νοείται όχι απλώς ως αντίδραση σε ένα εξωτερικό γεγονός, αλλά ως εσωτερική λύση σε ένα αδιέξοδο της λίμπιντο. Πρόκειται για μια λύση που αρχικά προστατεύει το Εγώ από τη διάλυση, αλλά με την πάροδο του χρόνου το καθηλώνει σε μια σιωπηλή, επίμονη αυτοϋπονόμευση.
Η καταθλιπτική προσωπικότητα λοιπόν, στην ουσία, οργανώνεται γύρω από μια αποτυχία έναρξης του πένθους. Το αντικείμενο χάνεται, απογοητεύει ή αποσύρεται, αλλά η απώλεια δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως τέτοια. Αντί να αποσυρθεί η λίμπιντο και να αναζητήσει νέες επενδύσεις, παγιδεύεται σε έναν εσωτερικό κύκλο ενοχής, αυτομομφής και σιωπηλής προσκόλλησης. Το Εγώ δεν θρηνεί. Τιμωρείται.
Ο πρώτος και θεμελιώδης μηχανισμός άμυνας της κατάθλιψης είναι η ενδοβολή του αντικειμένου. Όταν το αντικείμενο βιώνεται ως χαμένο ή επικίνδυνο, η ενδοβολή επιτρέπει στο υποκείμενο να το διατηρήσει εσωτερικά. Στην αρχική της λειτουργία, αυτή η άμυνα είναι σωτήρια. Αποτρέπει την απόλυτη εγκατάλειψη και διατηρεί τη σχέση σε ψυχικό επίπεδο. Το αντικείμενο «ζει» μέσα στο Εγώ.
Ωστόσο, το αντικείμενο που ενδοβάλλεται δεν είναι το αγαπημένο αντικείμενο, αλλά το απογοητευτικό, το ματαιωτικό, το τραυματικό. Έτσι, η σχέση μετατρέπεται σε εσωτερική σύγκρουση. Το Εγώ γίνεται ταυτόχρονα το παιδί και ο τιμωρός. Η κατάθλιψη παγιώνεται όχι ως λύπη, αλλά ως σταθερή εσωτερική επίθεση.
Από την ενδοβολή προκύπτει ο δεύτερος κρίσιμος μηχανισμός, η ταύτιση με το αντικείμενο. Στην κλασική περιγραφή του Abraham, η μελαγχολική ταύτιση επιτρέπει στο Εγώ να αποφύγει τον αποχωρισμό. Το υποκείμενο γίνεται αυτό που έχασε. Αρχικά, αυτή η ταύτιση διατηρεί τη συνοχή της ταυτότητας. Το Εγώ δεν διαλύεται, διότι «κρατά» το αντικείμενο εντός του.
Με την επιμονή όμως της ταύτισης, το Εγώ χάνει τη δική του φωνή. Οι ανάγκες του υποκειμένου σιωπούν. Η επιθυμία αντικαθίσταται από καθήκον, υπομονή, ανοχή. Η προσωπικότητα αποκτά έναν τόνο ηθικής βαρύτητας, αλλά ταυτόχρονα στερείται ζωτικότητας. Η ζωή βιώνεται ως υποχρέωση.
Ακολουθεί η μεταστροφή της επιθετικότητας προς το Εγώ. Αυτός ο μηχανισμός αποτελεί κεντρικό άξονα της καταθλιπτικής οικονομίας. Η επιθετικότητα που κανονικά θα στρεφόταν προς το αντικείμενο, επιστρέφει και πλήττει το ίδιο το υποκείμενο. Στην αρχική του φάση, ο μηχανισμός αυτός διατηρεί τη σχέση. Το αντικείμενο προστατεύεται από την καταστροφή.
Όταν όμως η αυτοεπίθεση παγιώνεται, το Εγώ φθείρεται. Η ενοχή γίνεται βασικό στοιχείο ταυτότητας. Η αυτοκριτική δεν λειτουργεί πια διορθωτικά, αλλά τιμωρητικά. Το Υπερεγώ αποκτά σαδιστικό χαρακτήρα. Ο ψυχικός πόνος γίνεται γνώριμος, σχεδόν οικείος.
Ένας ακόμη μηχανισμός είναι η απώθηση της επιθυμίας. Η καταθλιπτική προσωπικότητα μαθαίνει νωρίς ότι η επιθυμία οδηγεί σε απώλεια ή απογοήτευση. Η απώθησή της αρχικά προστατεύει από επαναλαμβανόμενους ψυχικούς τραυματισμούς. Η στέρηση γίνεται ανεκτή, σχεδόν φυσιολογική.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η απώθηση αυτή στερεί από τον ψυχισμό την ικανότητα επένδυσης. Η ζωή χάνει το χρώμα της, όχι επειδή απουσιάζει το αντικείμενο, αλλά επειδή απουσιάζει η επιθυμία για αυτό. Η κατάθλιψη εδώ δεν κραυγάζει. Βαραίνει.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει και η άμυνα της μαζοχιστικής υποταγής. Η υπομονή, η αντοχή, η αποδοχή του πόνου λειτουργούν αρχικά ως τρόποι διατήρησης της σχέσης και αποφυγής της εγκατάλειψης. Το υποκείμενο αντέχει, ελπίζοντας ασυνείδητα σε αναγνώριση.
Όταν όμως ο μαζοχισμός γίνεται δομικό στοιχείο της προσωπικότητας, η σχέση με τον Άλλο οργανώνεται γύρω από την αυτοθυσία. Το υποκείμενο υπάρχει για να αντέχει, όχι για να ζει. Η κατάθλιψη εδώ γίνεται τρόπος ύπαρξης.
Η καταθλιπτική προσωπικότητα δεν στερείται αγάπης. Στερείται την άδεια να στραφεί προς το αντικείμενο χωρίς ενοχή. Οι μηχανισμοί που κάποτε προστάτευσαν το Εγώ από τη διάλυση, μετατρέπονται σε δομές ακινησίας. Οι ασυνείδητες ανάγκες δεν παύουν να υπάρχουν. Απλώς θάβονται.
Και εκεί ακριβώς, στο σημείο όπου το πένθος δεν ολοκληρώθηκε, ο ψυχισμός συνεχίζει να πονά σιωπηλά. Όχι επειδή έχασε το αντικείμενο, αλλά επειδή δεν του επετράπη ποτέ να το αποχωριστεί.

Εδώ ακριβώς γεννιέται το ερώτημα που αναπόφευκτα θα αναδυθεί στον αναγνώστη. Αν η καταθλιπτική προσωπικότητα είναι το αποτέλεσμα ενός πένθους που δεν ολοκληρώθηκε, αν οι άμυνες που κάποτε προστάτευσαν το Εγώ έχουν μετατραπεί σε μόνιμη δομή, τότε πώς μπορεί να κινηθεί ξανά ο ψυχισμός χωρίς να διαλυθεί;
Η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν προσεγγίζει την κατάθλιψη ως σύμπτωμα προς άρση, αλλά ως ιστορία προς αναβίωση και επεξεργασία. Δεν στοχεύει στην ανακούφιση του πόνου ως τέτοια, διότι ο πόνος εδώ δεν είναι ξένος προς το Εγώ. Είναι ενσωματωμένος σε αυτό. Η θεραπευτική διαδικασία αφορά τη σταδιακή αποδόμηση εκείνης της εσωτερικής οικονομίας που έχει μετατρέψει την απώλεια σε ταυτότητα.
Στο κλασικό ψυχαναλυτικό πλαίσιο, όπως το διαμορφώνει και το εμβαθύνει ο Karl Abraham, η θεραπεία της καταθλιπτικής δομής προϋποθέτει τη δυνατότητα του υποκειμένου να πενθήσει εκ νέου. Όχι το πραγματικό αντικείμενο, αλλά το εσωτερικευμένο αντικείμενο που ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Το πένθος εδώ δεν είναι συναισθηματική εκφόρτιση, αλλά ψυχική εργασία.
Η μεταβίβαση καθίσταται το κατεξοχήν πεδίο όπου αυτή η εργασία μπορεί να λάβει χώρα. Ο αναλυτής δεν γίνεται απλώς αντικείμενο αγάπης ή εξάρτησης. Γίνεται φορέας των εσωτερικών αντικειμένων του αναλυόμενου. Ενσαρκώνει εκείνο που χάθηκε, εκείνο που απογοήτευσε, εκείνο που δεν άντεξε την επιθετικότητα. Μέσα στη μεταβίβαση, η παλιά σχέση επαναλαμβάνεται όχι για να επιβεβαιωθεί, αλλά για να αναγνωριστεί.
Αρχικά, ο καταθλιπτικός αναλυόμενος θα προσπαθήσει να προστατεύσει τον αναλυτή από την επιθετικότητά του, όπως έκανε και με το πρωταρχικό αντικείμενο. Θα στραφεί εναντίον του εαυτού του. Θα υποτιμήσει την ανάλυση, θα αμφισβητήσει τη δική του αξία ως αναλυόμενου, θα βιώσει ενοχή για τις επιθυμίες του. Αυτή η φάση δεν αποτελεί αντίσταση με τη στενή έννοια, αλλά πιστή επανάληψη της καταθλιπτικής λύσης.
Η θεραπευτική εργασία δεν έγκειται στο να αποτραπεί αυτή η αυτοεπίθεση, αλλά στο να καταστεί αναγνώσιμη. Σταδιακά, μέσα από την ερμηνεία, η επιθετικότητα αποσυνδέεται από το Εγώ και επανασυνδέεται με το αντικείμενο. Αυτό το σημείο είναι κλινικά κρίσιμο και συχνά επικίνδυνο. Το υποκείμενο φοβάται ότι αν αναγνωρίσει τον θυμό του, θα χάσει οριστικά τον Άλλο.
Εδώ ακριβώς δοκιμάζεται η αντοχή του αναλυτικού πλαισίου. Αν ο αναλυτής αντέξει να γίνει αποδέκτης της επιθετικότητας χωρίς να αποσυρθεί ή να αντεπιτεθεί, τότε δημιουργείται για πρώτη φορά η δυνατότητα ενός διαφορετικού πένθους. Το αντικείμενο δεν καταστρέφεται από τον θυμό. Επιβιώνει.
Παράλληλα, η εργασία αφορά τη σταδιακή αποδόμηση του σαδιστικού Υπερεγώ. Αυτό δεν γίνεται με άμεση αντιπαράθεση, αλλά με την ανάδειξη της ιστορικότητάς του. Το Υπερεγώ παύει να βιώνεται ως αλήθεια και αρχίζει να αναγνωρίζεται ως κατάλοιπο μιας παλιάς σχέσης. Η ενοχή μετατοπίζεται από οντολογική σε σχεσιακή.
Στο επίπεδο της θεωρίας του εαυτού, η θεραπεία επιτρέπει τη σταδιακή ανασύσταση ενός Εγώ που δεν ορίζεται αποκλειστικά από την απώλεια. Η εμπειρία της αναλυτικής σχέσης προσφέρει έναν νέο τρόπο καθρέφτισης, όχι ιδανικευτικό, αλλά ανθεκτικό. Ο εαυτός μπορεί να βιωθεί ως ατελής χωρίς να καταρρεύσει.
Στην οπτική των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, η θεραπεία συνίσταται στη μετάβαση από την εσωτερική σχέση με το κατεστραμμένο αντικείμενο σε μια ζωντανή, εξωτερική σχέση που μπορεί να αντέξει την αμφιθυμία (ambivalence). Το αντικείμενο παύει να είναι είτε απόλυτα καλό είτε απόλυτα κακό. Γίνεται ανθρώπινο.
Η διαδικασία του πένθους, έτσι όπως επανεκκινείται στην ανάλυση, δεν είναι γραμμική. Προχωρά και οπισθοχωρεί. Συχνά βιώνεται ως επιδείνωση της κατάθλιψης, διότι εκεί όπου υπήρχε σιωπή, εμφανίζεται συναίσθημα. Εκεί όπου υπήρχε αντοχή, εμφανίζεται ανάγκη. Αυτό το στάδιο είναι θεραπευτικά γόνιμο, αλλά ψυχικά επώδυνο.
Η θεραπεία της καταθλιπτικής προσωπικότητας δεν υπόσχεται ευτυχία. Υπόσχεται όμως κίνηση. Εκεί όπου το Εγώ είχε καθηλωθεί σε μια αιώνια εσωτερική ενοχή, αρχίζει να διακρίνεται η δυνατότητα επιλογής. Το υποκείμενο δεν παύει να έχει ιστορία απώλειας. Παύει όμως να είναι μόνο αυτή.
Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα της ψυχαναλυτικής θεραπείας στην κατάθλιψη. Όχι η εξάλειψη του πόνου, αλλά η αποκατάσταση της ικανότητας του ψυχισμού να πενθεί, να επιθυμεί και να επενδύει ξανά, χωρίς να χρειάζεται να τιμωρεί τον εαυτό του για το γεγονός ότι ζει.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

22/01/2026

Όταν η γνώμη αντικαθιστά την κλινική σκέψη

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist

Η φράση «εγώ θεωρώ ότι αυτό δεν είναι παθολογικό» ακούγεται σήμερα παντού. Λέγεται με άνεση, με αυτοπεποίθηση, συχνά με μια ηθική υπεροχή που μοιάζει να απαλλάσσει τον ομιλητή από κάθε περαιτέρω σκέψη. Δεν πρόκειται για επιστημονική θέση. Πρόκειται για δήλωση ταυτότητας. Και ακριβώς εκεί αρχίζει το πρόβλημα.

Η κλινική ματιά δεν ξεκινά ποτέ από το «θεωρώ». Ξεκινά από το «τι συμβαίνει». Δεν ενδιαφέρεται να υπερασπιστεί αξίες, στάσεις ή τρόπους ζωής. Δεν έχει αποστολή να κανονικοποιήσει ούτε να καταδικάσει. Το αντικείμενό της δεν είναι η ιδεολογία αλλά η ψυχική οικονομία. Δεν ρωτά αν κάτι είναι αποδεκτό, αλλά πώς λειτουργεί. Ποιο κόστος έχει. Ποια άμυνα υπηρετεί. Ποια σχέση ακυρώνει ή καθιστά αδύνατη.

Όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από την κλινική διερεύνηση στην προσωπική γνώμη, αυτό που χάνεται δεν είναι απλώς η ακρίβεια. Χάνεται το ίδιο το πεδίο. Η ψυχανάλυση δεν εργάζεται με το τι «πρέπει να είναι» ο άνθρωπος, αλλά με το πώς είναι δεμένος με τις λύσεις του. Όταν κάποιος λέει «δεν το θεωρώ παθολογικό», συχνά δεν μιλά για τον άλλον. Μιλά για τον εαυτό του. Προστατεύει μια εικόνα, μια ταύτιση, μια επένδυση. Η γνώμη λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στη δυνατότητα να ειδωθεί κάτι πιο δυσάρεστο, πιο ασύντακτο, πιο απειλητικό.

Εδώ παρεμβαίνει ο ναρκισσισμός με τον πιο ύπουλο τρόπο. Όχι ως μεγαλομανία, αλλά ως εξίσωση. Όταν όλα γίνονται «εξίσου μη παθολογικά», όταν κάθε διαφοροποίηση βαφτίζεται στιγματισμός, όταν κάθε κλινική παρατήρηση καταγγέλλεται ως κανονιστική βία, τότε δεν υπερασπιζόμαστε την ελευθερία. Την ισοπεδώνουμε. Η ισοπέδωση των αξιών δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ναρκισσιστική προβολή. Είναι η ανάγκη να μην υπάρχει τίποτα έξω από εμένα που να μπορεί να με κρίνει, να με περιορίσει, να με αναγκάσει να σκεφτώ.

Η κλινική πράξη δεν αντέχει αυτή την ισοπέδωση. Γιατί εκεί το σύμπτωμα δεν είναι ιδέα. Είναι εμπειρία. Δεν είναι λόγος. Είναι επανάληψη. Δεν είναι άποψη. Είναι αδιέξοδο. Ο άνθρωπος που υποφέρει δεν έρχεται να συζητήσει αν αυτό που ζει είναι παθολογικό ή όχι. Έρχεται γιατί κάτι δεν λειτουργεί, γιατί οι σχέσεις του καταρρέουν με τον ίδιο τρόπο, γιατί η επιθυμία του μπλοκάρει, γιατί το σώμα του μιλά εκεί που ο λόγος του σιωπά. Η ψυχανάλυση οφείλει να παραμείνει πιστή σε αυτό και όχι να μετατραπεί σε πλατφόρμα ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης.

Η απόσυρση της κλινικής κρίσης στο όνομα μιας γενικευμένης αποδοχής δεν είναι προοδευτική στάση. Είναι άρνηση της ασυμμετρίας της θεραπευτικής σχέσης. Είναι άρνηση ότι υπάρχει γνώση που δεν είναι γνώμη. Ότι υπάρχει εμπειρία συσσωρευμένη, επεξεργασμένη, δοκιμασμένη μέσα στον χρόνο. Η κλινική ματιά δεν είναι αυθαίρετη. Είναι δεσμευμένη. Δεσμευμένη από το υλικό, από τη μεταβίβαση, από το ασυνείδητο που αντιστέκεται στις ωραίες διακηρύξεις.

Όταν όλα εξισώνονται, όταν το παθολογικό εξαφανίζεται ως έννοια για να μη θιγεί κανείς, αυτό που τελικά χάνεται είναι η δυνατότητα του υποκειμένου να αναγνωρίσει τη σύγκρουσή του. Χωρίς σύγκρουση δεν υπάρχει επεξεργασία. Χωρίς όρια δεν υπάρχει επιθυμία. Και χωρίς κλινική σκέψη, η ψυχανάλυση παύει να είναι πράξη και γίνεται αφήγηση.

Η υπεράσπιση της κλινικής ματιάς δεν είναι συντηρητισμός. Είναι ευθύνη. Ευθύνη να μην αντικαταστήσουμε το ασυνείδητο με την άποψή μας. Να μην κάνουμε την προσωπική μας θέση μέτρο του ανθρώπινου. Να αντέξουμε να δούμε εκεί όπου ο άλλος δεν θέλει ακόμη να δει. Όχι για να τον διορθώσουμε, αλλά για να μη τον εγκαταλείψουμε μέσα στην ισοπέδωση που τόσο εύκολα βαφτίζεται ελευθερία.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

20/01/2026

Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (NPD)

Παρατίθενται τα βασικά διαγνωστικά κριτήρια γύρω από την επικρατέστερη διαταραχή των ημερών μας. Την λεγόμενη «ναρκισσιστική». Το μεγαλύτερο πρόβλημα με αυτήν είναι ότι, οι άνθρωποι την δέχονται και συμβιώνουν μαζί της γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις είναι μεταφμφιεσμένη με ένα μεγάλο πέπλο δήθεν κατανόησης, δήθεν ενσυναίσθησης, δήθεν αλτρουισμού και δήθεν ηθικού προτάγματος. Ας τη δούμε λοιπόν σύντομα διατυπώνοντας τα βασικά χαρακτηριολογικά της στοιχεία όπως περιγράφονται από τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας και συγκεκριμένα το ψυχιατρικό τμήμα:

Πρόκειται λοιπόν για ένα διάχυτο πρότυπο μεγαλομανίας, ανάγκης για θαυμασμό και έλλειψης ενσυναίσθησης, που αρχίζει στην πρώιμη ενήλικη ζωή και εμφανίζεται σε ποικίλα πλαίσια.

1. Μεγαλοπρεπής αίσθηση αυτο-σημαντικότητας

Υπερβάλλει για επιτεύγματα και ταλέντα, αναμένει να αναγνωριστεί ως ανώτερος χωρίς αντίστοιχα επιτεύγματα.

2. Ενασχόληση με φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, ευφυΐας, ομορφιάς ή ιδανικού έρωτα

3. Πιστεύει ότι είναι «ιδιαίτερος» και μοναδικός

Και ότι μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο από ή πρέπει να συναναστρέφεται μόνο με άλλα «ιδιαίτερα» ή υψηλού status άτομα.

4. Απαιτεί υπερβολικό θαυμασμό

5. Αίσθηση δικαιώματος (entitlement)

Αδικαιολόγητες προσδοκίες ειδικής μεταχείρισης ή αυτόματης συμμόρφωσης των άλλων.

6. Διαπροσωπικά εκμεταλλευτικός

Χρησιμοποιεί τους άλλους για την επίτευξη των δικών του στόχων.

7. Έλλειψη ενσυναίσθησης

Δυσκολεύεται ή αρνείται να αναγνωρίσει τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων.

8. Συχνά φθονεί τους άλλους ή πιστεύει ότι οι άλλοι τον φθονούν

9. Δείχνει αλαζονικές, υπεροπτικές συμπεριφορές ή στάσεις

Πρόκειται λοιπόν για μια διαταραχή της αίσθησης του εαυτού, με υπερβολική εξάρτηση της αυτοεκτίμησης από την επιβεβαίωση, την αναγνώριση ή τον θαυμασμό των άλλων. Ο εαυτός δεν συγκροτείται εσωτερικά, αλλά ρυθμίζεται εξωτερικά.

Υπάρχει μια επίμονη ανάγκη ανωτερότητας ή ιδιαίτερης θέσης, που μπορεί να εκφράζεται είτε εμφανώς είτε μέσα από ηθικοποιημένες, «ώριμες» ή φαινομενικά αλτρουιστικές στάσεις.

Έχει Σοβαρές δυσκολίες στην αυθεντική ενσυναίσθηση. Ο άλλος δεν βιώνεται ως ξεχωριστό υποκείμενο, αλλά ως καθρέφτης, ακροατής ή αντικείμενο ρύθμισης της αυτοεικόνας.

Διαπροσωπική λειτουργία που χαρακτηρίζεται από χρήση, έλεγχο ή έμμεση χειραγώγηση, συχνά καλυμμένη πίσω από λόγο κατανόησης, φροντίδας ή ηθικής ανωτερότητας.

Χαμηλή ανοχή στην κριτική, στη ματαίωση ή στην απώλεια κεντρικότητας, με αντιδράσεις που κυμαίνονται από απόσυρση και απαξίωση έως οργή ή ψυχρή αποκοπή.

Ακαμψία στη δομή της προσωπικότητας, με περιορισμένη δυνατότητα αναστοχασμού όταν απειλείται η ναρκισσιστική οργάνωση.

Αυτά είναι τα χαρακτηριολογικά στοιχεία που, κατά τον ΠΟΥ, συνθέτουν το ναρκισσιστικό πλαίσιο μέσα στη γενική διαταραχή προσωπικότητας. Όχι ως «τύπος ανθρώπου», αλλά ως δομική οργάνωση του εαυτού και της σχέσης με τον άλλον.

20/01/2026

Όχι για όλους.

Υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν γρήγορα.
Και άνθρωποι που αντέχουν να μη βρίσκονται στο κέντρο.

Η θεραπευτική δουλειά εδώ δεν προσφέρει επιβεβαίωση,
ούτε χώρο για εξηγήσεις, ανωτερότητα ή ρόλους.

Είναι ένας τόπος όπου η κατανόηση δεν αρκεί
και η ευφυΐα δεν προστατεύει.

Αν έχεις συνηθίσει να ξεχωρίζεις
και αυτό αρχίζει να σε απομονώνει,
ίσως αυτός ο χώρος να σε αντέχει......

Μιχάλης Πατεράκης
Ψυχολόγος · Ψυχαναλυτικός Ψυχοθεραπευτής

🎓 University of Indianapolis
🎓 Middlesex University

📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
📞 211 715 1801

Ραντεβού για προσωπική συνεδρία

15/01/2026

Η καταβολή του Εγώ μπροστά στην απώλεια του αντικειμένου

Στην ψυχαναλυτική οπτική, η απώλεια του αντικειμένου δεν είναι γεγονός εξωτερικής ζωής, αλλά εσωτερικής οικονομίας. Το αντικείμενο δεν «φεύγει»∙ αποσύρεται από μια θέση επένδυσης που στήριζε τη συνοχή του Εγώ. Η καταβολή που ακολουθεί δεν αφορά την απουσία του άλλου, αλλά τη διατάραξη της εσωτερικής αρχιτεκτονικής που είχε διαμορφωθεί γύρω του. Το Εγώ καταρρέει εκεί όπου χάνει τον άξονα που το συγκρατούσε.

Η φροϋδική θεωρία περιγράφει την απώλεια ως ρήξη στην οικονομία των ενόρμησεων: η διατήρηση της επένδυσης στο χαμένο αντικείμενο δημιουργεί έναν κόμβο ακινησίας. Το Εγώ, ανίκανο να αποδεσμεύσει τη libido, αναγκάζεται να συρρικνωθεί. Η μελαγχολία είναι το κλασικό παράδειγμα: το Εγώ ενσωματώνει το χαμένο αντικείμενο και επιτίθεται στον εαυτό του με την ορμή που κάποτε κατευθυνόταν προς τον άλλο. Δεν πρόκειται για πένθος· είναι μια μορφή εσωτερικού πολέμου.

Στις ναρκισσιστικές οργανώσεις, η απώλεια δεν βιώνεται ως απώλεια αντικειμένου αλλά ως απειλή διάλυσης. Ο άλλος λειτουργεί ως επιβεβαιωτικός καθρέφτης: όταν αποσυρθεί, ο εαυτός δεν χάνει μια σχέση, αλλά τη βεβαιότητα της ύπαρξής του. Η κατάρρευση αυτή δεν είναι δραματική· είναι σιωπηλή, σαν μια ρωγμή που διαχέεται κάτω από την επιφάνεια του λόγου. Το υποκείμενο δεν μπορεί να πενθήσει, γιατί δεν έχει αντικείμενο — έχει χάσει ένα κομμάτι της δικής του συγκρότησης.

Κλινικά, η απώλεια του αντικειμένου συχνά εμφανίζεται όχι ως θλίψη αλλά ως ψυχική αστάθεια: αδυναμία οργάνωσης σκέψης, αποδιοργάνωση των αμυνών, απότομες μετακινήσεις από εξιδανίκευση σε υποτίμηση. Η συνοχή του Εγώ εξαρτάται από την ύπαρξη ενός άλλου που ρυθμίζει, ακόμη και ασυνείδητα, την εσωτερική ένταση. Όταν αυτός ο άλλος απουσιάζει, η ένταση παραμένει χωρίς διαμεσολάβηση και κατακλύζει το Εγώ.

Το πένθος προϋποθέτει ότι το υποκείμενο μπορεί να αποσυρθεί από το αντικείμενο και να επενδύσει αλλού. Η καταβολή, αντιθέτως, δείχνει ότι η σχέση ήταν δομική: το αντικείμενο δεν ήταν εξωτερικός άλλος, αλλά εσωτερικό στήριγμα. Το Εγώ δεν διαθέτει την απαραίτητη ελευθερία κινήσεων για να ανακατανείμει την ενόρμηση. Παραμένει δεμένο σε αυτό που χάθηκε, όχι από αγάπη, αλλά από αδυναμία.

Στη θεραπεία, η απώλεια του αντικειμένου συχνά «παίζεται» μέσα στη μεταβίβαση. Ο θεραπευτής γίνεται εκείνος που μπορεί να εγκαταλείψει — και το υποκείμενο αντιδρά με τρόπους που δεν αφορούν το εδώ-και-τώρα αλλά το ιστορικό εκεί-και-τότε. Η ένταση της μεταβίβασης δεν είναι υπερβολή· είναι το ίχνος παλιών απωλειών που δεν βρήκαν σκέψη. Η θεραπευτική παρουσία προσφέρει έναν χώρο όπου η απώλεια μπορεί να γίνει νοητή, πρώτα ως πράξη και ύστερα ως λόγος.

Η καταβολή του Εγώ δεν είναι πάντα ορατή. Μπορεί να εμφανίζεται ως υπερδραστηριότητα, ως έμμονη ανάγκη για έλεγχο, ως ψυχρότητα, ως άρνηση του συναισθήματος. Πρόκειται για επιφανειακές σταθεροποιήσεις που στοχεύουν να καλύψουν το κενό που άφησε το αντικείμενο. Το Εγώ προσπαθεί να «συγκρατηθεί» από οποιαδήποτε δομή μπορεί να παράγει τάξη, ακόμη κι αν αυτή η τάξη είναι άκαμπτη και δυσλειτουργική.

Η απώλεια του αντικειμένου εισάγει πάντα ένα ερώτημα για την ταυτότητα: ποιος είμαι χωρίς τον άλλο που με συγκρατούσε; Η θεραπεία δεν απαντά στο ερώτημα∙ δημιουργεί έναν χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει την αβεβαιότητα αυτής της ερώτησης χωρίς να καταρρεύσει. Η παρουσία του αναλυτή λειτουργεί ως προσωρινό σημείο σταθερότητας ώστε το Εγώ να μπορέσει να επεξεργαστεί την απώλεια, όχι να την αναιρέσει.

Τελικά, η απώλεια του αντικειμένου αποκαλύπτει κάτι θεμελιώδες για την ανθρώπινη ψυχική ζωή: ότι η συνοχή του Εγώ δεν είναι δεδομένη αλλά επίτευγμα. Και ότι κάθε σχέση, όταν λειτουργεί, είναι ένας τρόπος στήριξης του εαυτού. Η ψυχανάλυση δεν αποκαθιστά το χαμένο αντικείμενο· επιτρέπει την επανίδρυση της εσωτερικής δομής που κάποτε στηρίχθηκε πάνω του.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

01/01/2026

Αθανασία - l’immortalité

Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος δεν επενδύει στη ζωή, αλλά σε κάτι πιο ύπουλο: στην ιδέα ότι δεν θα τελειώσει. Όχι μόνο με τη βιολογική έννοια, αλλά κυρίως με τη συμβολική. Ότι αυτό που είναι, αυτό που κάνει, αυτό που εκπροσωπεί, δεν θα χαθεί. Αυτές είναι οι εποχές όπου η αθανασία δεν εμφανίζεται ως φαντασίωση μεγαλείου, αλλά ως ψυχική ανάγκη σταθεροποίησης.

Δεν πρόκειται για πρωτόγονη αυταπάτη. Πρόκειται για δομική απάντηση σε περιόδους ιστορικής, κοινωνικής ή υποκειμενικής ρευστότητας. Όταν τα πλαίσια καταρρέουν, όταν οι μεταβιβάσεις δεν εγγυώνται συνέχεια, όταν οι γενεακές αφηγήσεις διακόπτονται, τότε το υποκείμενο στρέφεται σε κάτι που υπόσχεται διάρκεια. Όχι παρηγοριά. Διάρκεια.

Η επένδυση στην αθανασία δεν αφορά απαραίτητα τον θάνατο. Αφορά τον φόβο της διαγραφής. Τον φόβο ότι αυτό που συγκροτήθηκε με κόπο —ταυτίσεις, σχέσεις, έργο, όνομα— μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς ίχνος. Εκεί, η αθανασία λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην εμπειρία του αντικαταστάσιμου. Δεν λέει «δεν θα πεθάνω», λέει «δεν θα είμαι ασήμαντος».

Σε τέτοιες εποχές, η ψυχική οικονομία μετατοπίζεται. Η επιθυμία δεν οργανώνεται γύρω από το ζην, αλλά γύρω από το ίχνος. Τι θα μείνει. Ποιος θα θυμάται. Πώς θα εγγραφώ. Η δημιουργία, η προσφορά, ακόμη και η αγάπη, φορτίζονται με μια απαίτηση συνέχειας. Δεν δίνονται ελεύθερα· δίνονται με την κρυφή προσδοκία ότι θα επιστρέψουν ως μνήμη, ως αναφορά, ως όνομα.

Κλινικά, αυτό εμφανίζεται όχι ως μεγαλομανία, αλλά ως δυσκολία αποχωρισμού. Το υποκείμενο δυσκολεύεται να δεχτεί ότι κάτι μπορεί να έχει αξία μόνο για όσο διαρκεί. Ότι μια σχέση μπορεί να ήταν ουσιαστική χωρίς να είναι αιώνια. Ότι ένα έργο μπορεί να ήταν αληθινό χωρίς να επιβιώσει. Εκεί, η αθανασία γίνεται ψυχικό υποκατάστατο της απώλειας. Όχι της απώλειας που έρχεται, αλλά της απώλειας που έχει ήδη συμβεί.

Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι όπου αυτό εντείνεται. Περίοδοι κρίσης νοήματος, όπου οι παραδοσιακές εγγυήσεις —θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, επάγγελμα— δεν λειτουργούν πια ως φορείς συνέχειας. Τότε το άτομο καλείται να σηκώσει μόνο του αυτό που παλιότερα σήκωνε το συλλογικό. Να εγγυηθεί μόνο του τη διάρκειά του. Και αυτό είναι δυσβάσταχτο.

Η αθανασία, σε αυτές τις εποχές, δεν είναι ιδανικό. Είναι άμυνα. Μια άμυνα απέναντι στην εμπειρία ότι τίποτα δεν κρατά. Ότι όλα ρευστοποιούνται, ανακυκλώνονται, αντικαθίστανται. Ότι ακόμα και ο πόνος γίνεται περιεχόμενο, ακόμη και η μνήμη γίνεται δεδομένο. Μπροστά σε αυτό, η αθανασία εμφανίζεται σαν τελευταία γραμμή άμυνας του Εγώ: αν δεν μπορώ να κρατήσω τον κόσμο, θα κρατήσω τουλάχιστον την ιδέα ότι δεν χάνομαι μέσα του.Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτή η επένδυση είναι ψευδής. Το πρόβλημα είναι ότι είναι βαριά. Φορτίζει τη ζωή με μια απαίτηση που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Κάθε πράξη καλείται να δικαιολογηθεί εκ των υστέρων από τη διάρκειά της. Κάθε σχέση πιέζεται να αποδείξει ότι άξιζε. Κάθε τέλος βιώνεται όχι ως τέλος, αλλά ως αποτυχία.Η ψυχαναλυτική εργασία δεν έρχεται να καταργήσει αυτή την επένδυση με διαβεβαιώσεις θνητότητας. Δεν λέει «όλα τελειώνουν, αποδέξου το». Αυτό θα ήταν ηθικολογία. Η εργασία έγκειται αλλού: στο να μπορεί το υποκείμενο να αντέξει ότι κάτι είχε νόημα χωρίς να χρειάζεται να διαρκεί για πάντα. Ότι η αξία δεν μετριέται με χρόνο επιβίωσης. Ότι η απώλεια δεν ακυρώνει το γεγονός.

Όταν αυτό γίνεται δυνατό, η αθανασία χάνει το βάρος της. Όχι επειδή απορρίπτεται, αλλά επειδή παύει να είναι αναγκαία. Και τότε, παραδόξως, η ζωή γίνεται πιο βιώσιμη. Όχι πιο ασφαλής. Πιο ελεύθερη από την υποχρέωση να αφήσει ίχνος. Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος επενδύει στην αθανασία. Και υπάρχουν στιγμές —σπάνιες— που μπορεί να αποσύρει αυτή την επένδυση χωρίς να καταρρεύσει.
Εκεί αρχίζει κάτι άλλο. Όχι η αθανασία. Η δυνατότητα να ζει κανείς χωρίς να χρειάζεται να σωθεί από τον χρόνο.

Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.

Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.

L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».

Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.

Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.

Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.

L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.

Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.

Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.

Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.

Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.

© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK

📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι

Έχετε υπόψιν

Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.

Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.

Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)

Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.

Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.

© Μιχάλης Πατεράκης

Reposting Policy (EN)

All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.

Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.

© Michalis Paterakis

Politique de Republipostage (FR)

Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.

Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.

© Michalis Paterakis

Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)

Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.

Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.

© Michalis Paterakis

Address

Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
Athens
10676

Opening Hours

Monday 16:00 - 22:00
Tuesday 16:00 - 22:00
Wednesday 16:00 - 22:00
Thursday 16:00 - 22:00
Friday 16:00 - 22:00

Telephone

+302117151801

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Μιχάλης Πατεράκης Γραφείο Ψυχανάλυσης & Ψυχικής Υγείας posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Share

Share on Facebook Share on Twitter Share on LinkedIn
Share on Pinterest Share on Reddit Share via Email
Share on WhatsApp Share on Instagram Share on Telegram

Our Story

Τα σημαντικά πράγματα στη ζωή κρύβονται στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Αυτές τις σχέσεις διερευνούμε στην θεραπεία. Σε ένα ασφαλές και έμπιστο περιβάλλον με τη βοήθεια του εξειδικευμένου ψυχοθεραπευτή. Με ευαισθησία και κατανόηση. Έτσι μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα και να ευχαριστηθούμε τη ζωή. Να δώσουμε και να πάρουμε χαρά. Να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας.