01/03/2026
Γιατί το ίδιο πρόβλημα επιστρέφει με διαφορετικά πρόσωπα
Υπάρχει μια στιγμή όπου ο άνθρωπος παύει να πιστεύει ότι όσα του συμβαίνουν είναι απλές συμπτώσεις. Όχι επειδή τα γεγονότα επαναλαμβάνονται με ακρίβεια, αλλά επειδή κάτι στον τρόπο που τον αγγίζουν μοιάζει οικείο. Άλλοι άνθρωποι, άλλες συνθήκες, άλλη ηλικία, κι όμως η ίδια αίσθηση απογοήτευσης, η ίδια ένταση, η ίδια αδιόρατη κατάληξη. Το ερώτημα τότε δεν αφορά πια τον άλλον αλλά τη μορφή της εμπειρίας.
Στην καθημερινή σκέψη συνηθίζουμε να αποδίδουμε τις δυσκολίες σε επιλογές που αποδείχθηκαν λανθασμένες ή σε χαρακτήρες που δεν ταίριαξαν. Η ψυχαναλυτική οπτική δεν αρνείται τη σημασία των πραγματικών σχέσεων, αλλά μετακινεί το ενδιαφέρον αλλού: στον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο συναντά τον άλλον. Δεν είναι μόνο ποιον συναντά κανείς, αλλά από ποια εσωτερική θέση τον συναντά.
Η επανάληψη δεν είναι συνειδητή απόφαση. Κανείς δεν επιλέγει να πονέσει ξανά με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, η ψυχική ζωή οργανώνεται γύρω από ίχνη παλαιότερων σχέσεων που συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς να γίνονται αντιληπτά. Η μνήμη εδώ δεν είναι ανάμνηση γεγονότων αλλά μνήμη τρόπων δεσίματος, προσδοκιών, φόβων και σιωπηλών συμπερασμάτων που διαμορφώθηκαν πολύ πριν αποκτήσουν λέξεις. Έτσι, ο άλλος άνθρωπος συχνά γίνεται φορέας κάτι ήδη γνωστού. Δεν χρειάζεται να μοιάζει αντικειμενικά με πρόσωπα του παρελθόντος. Αρκεί να αγγίξει μια συγκεκριμένη ευαισθησία, ένα σημείο όπου η επιθυμία και η ανησυχία συνυπάρχουν. Εκεί αρχίζει να ενεργοποιείται μια παλιά σκηνοθεσία, χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται τη στιγμή που συμβαίνει.
Αυτό που επαναλαμβάνεται δεν είναι το γεγονός αλλά η θέση. Κάποιος μπορεί να βρίσκεται ξανά στη θέση εκείνου που περιμένει, που προσπαθεί να αποδείξει την αξία του, που φοβάται την εγκατάλειψη ή που αποσύρεται πριν πληγωθεί. Οι λεπτομέρειες αλλάζουν, όμως η ψυχική γεωγραφία παραμένει αναγνωρίσιμη. Η εμπειρία μοιάζει καινούρια, ενώ στην πραγματικότητα κινείται πάνω σε γνώριμο έδαφος. Συχνά η επανάληψη διατηρείται επειδή προσφέρει μια παράδοξη ασφάλεια. Το γνώριμο, ακόμη κι αν είναι επώδυνο, είναι πιο ανεκτό από το άγνωστο. Η ψυχή προτιμά μερικές φορές έναν πόνο που ξέρει να αναγνωρίζει παρά μια εμπειρία χωρίς χάρτη. Έτσι, η επανάληψη δεν είναι απλώς λάθος κρίση αλλά τρόπος διατήρησης συνέχειας του εαυτού.
Υπάρχει επίσης κάτι πιο λεπτό: μέσα στην επανάληψη επιμένει μια προσδοκία διαφορετικής έκβασης. Σαν κάθε νέα συνάντηση να αποτελεί μια σιωπηλή ευκαιρία να διορθωθεί κάτι που κάποτε έμεινε ανολοκλήρωτο. Το υποκείμενο δεν αναζητά μόνο τον άλλον· αναζητά μια άλλη κατάληξη για μια παλιά ιστορία που δεν έκλεισε ποτέ. Όταν κάποιος αρχίζει να παρατηρεί την επανάληψη, δεν σημαίνει ότι σταματά αμέσως να επαναλαμβάνει. Η αναγνώριση δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται χρόνος για να γίνει αντιληπτό πώς ο ίδιος συμμετέχει, συχνά άθελά του, στη δημιουργία αυτών των καταστάσεων. Εκεί εμφανίζεται μια μορφή αμηχανίας: η δυσκολία να δει κανείς τον εαυτό του όχι ως θύμα συγκυριών αλλά ως μέρος μιας ψυχικής λογικής. Η ψυχαναλυτική εργασία δεν αποσκοπεί στο να δώσει οδηγίες για καλύτερες επιλογές ανθρώπων. Εστιάζει στη σταδιακή κατανόηση του γιατί ορισμένες σχέσεις αποκτούν τόσο ιδιαίτερο βάρος και γιατί συγκεκριμένες αντιδράσεις μοιάζουν αναπόφευκτες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η επανάληψη παύει να είναι μοίρα και γίνεται αντικείμενο σκέψης.
Κάποια στιγμή, χωρίς θεαματική αλλαγή, εμφανίζεται μια μικρή μετατόπιση. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν συναντά απλώς διαφορετικά πρόσωπα, αλλά διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ερωτήματος. Και τότε η επανάληψη χάνει τη βεβαιότητά της. Όχι επειδή εξαφανίζεται αμέσως, αλλά επειδή για πρώτη φορά παύει να είναι αόρατη.
© Michalis Paterakis
Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist
University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK
📞 211 7151 801
✉️ paterakismichael@yahoo.gr
🌐 www.psychotherapy.net.gr
📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
Έχετε υπόψιν
Η πληροφορία δεν είναι θεραπεία.
Τα κείμενα αυτής της σελίδας—είτε σχόλια, είτε δοκίμια, είτε σύντομες σημειώσεις—αποτελούν δείγματα του τρόπου με τον οποίο σκέφτομαι και εργάζομαι κλινικά. Προέρχονται από χρόνια θεραπευτικής πρακτικής με σύνθετες μορφές ψυχοπαθολογίας, αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, δυσκολίες σχέσεων και δομικά ερωτήματα του εαυτού.
Δεν υποκαθιστούν τη θεραπεία ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται ως τέτοια.
Η πραγματική μετακίνηση των νοημάτων και των επενδύσεων συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση, στον χώρο όπου αναδύεται το ασυνείδητο υλικό και επεξεργάζεται σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό πλαίσιο. Η θεωρία φωτίζει· η θεραπεία μετακινεί.
Πολιτική Αναδημοσιεύσεων (GR)
Όλα τα κείμενα αποτελούν πρωτότυπη επιστημονική και επαγγελματική εργασία του Μιχάλη Πατεράκη.
Απαγορεύεται αυστηρά —εκτός από τη δημοσίευση στο Facebook— η αναδημοσίευση, αντιγραφή, τροποποίηση ή οποιαδήποτε χρήση τους, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς έγγραφη άδεια.
Οι ιδέες, οι διατυπώσεις και η θεωρητική ταυτότητα των κειμένων δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή από άτομα που επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως ειδικοί.
Κάθε παράβαση διέπεται από τον Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις διεθνείς συμβάσεις.
© Μιχάλης Πατεράκης
Reposting Policy (EN)
All texts on this page constitute the original scientific and professional work of Michalis Paterakis, Psychologist – Psychotherapist.
Reposting, copying, modifying, integrating or using them in any form—partially or fully—is strictly prohibited without prior written permission.
The only exception is publication on Facebook.
Their ideas, structure and theoretical signature may not be used by third parties or self-proclaimed professionals seeking to mislead the public.
© Michalis Paterakis
Politique de Republipostage (FR)
Les textes de cette page constituent une œuvre scientifique et professionnelle originale de Michalis Paterakis, Psychologue – Psychothérapeute.
Toute reproduction, modification, copie ou utilisation—totale ou partielle—est strictement interdite sans l’autorisation écrite préalable de l’auteur.
Seule exception : la publication sur Facebook.
Leur signature théorique ne peut être utilisée par des tiers ou par des personnes tentant de se présenter comme experts.
© Michalis Paterakis
Richtlinie zur Weiterveröffentlichung (DE)
Alle Texte dieser Seite sind originale wissenschaftliche Arbeiten von Michalis Paterakis, Psychologe – Psychotherapeut.
Die Weiterveröffentlichung, Veränderung, Kopie oder anderweitige Nutzung—ganz oder teilweise—ist ohne vorherige schriftliche Genehmigung strengstens untersagt.
Einzige Ausnahme: Veröffentlichung auf Facebook.
Ihre theoretische Handschrift darf nicht von Dritten missbräuchlich verwendet werden.
© Michalis Paterakis
Il existe des époques où l’être humain n’investit pas dans la vie, mais dans quelque chose de plus insidieux : l’idée qu’il ne finira pas. Non pas au sens biologique, mais au sens symbolique. Que ce qu’il est, ce qu’il fait, ce qu’il représente, ne disparaîtra pas. Dans ces périodes-là, l’immortalité ne se présente pas comme une fantaisie de grandeur, mais comme une nécessité psychique de stabilisation.
Il ne s’agit pas d’une illusion primitive. Il s’agit d’une réponse structurelle à des moments de fluidité historique, sociale ou subjective. Lorsque les cadres s’effondrent, lorsque les transmissions ne garantissent plus la continuité, lorsque les récits générationnels se brisent, le sujet se tourne vers ce qui promet la durée. Non pas le réconfort. La durée.
L’investissement dans l’immortalité ne concerne pas nécessairement la mort. Il concerne la peur de l’effacement. La peur que ce qui a été construit avec effort — identifications, relations, œuvre, nom — puisse disparaître sans trace. Là, l’immortalité fonctionne comme un contrepoids à l’expérience d’être remplaçable. Elle ne dit pas « je ne mourrai pas », elle dit « je ne serai pas insignifiant ».
Dans ces moments-là, l’économie psychique se déplace. Le désir ne s’organise plus autour du vivre, mais autour de la trace. Ce qui restera. Qui se souviendra. Comment je m’inscris. La création, le don, même l’amour, se chargent d’une exigence de continuité. Ils ne se donnent plus librement ; ils se donnent avec l’attente secrète de revenir sous forme de mémoire, de référence, de nom.
Cliniquement, cela n’apparaît pas comme une mégalomanie, mais comme une difficulté de séparation. Le sujet a du mal à accepter que quelque chose puisse avoir de la valeur uniquement tant que cela dure. Qu’une relation ait pu être essentielle sans être éternelle. Qu’une œuvre ait été vraie sans survivre. Là, l’immortalité devient un substitut psychique de la perte. Non pas de la perte à venir, mais de celle qui a déjà eu lieu.
Il existe des périodes historiques où cela s’intensifie. Des périodes de crise du sens, où les garanties traditionnelles — religion, patrie, famille, profession — ne fonctionnent plus comme porteurs de continuité. Alors l’individu est appelé à porter seul ce que le collectif portait auparavant. À garantir lui-même sa durée. Et cela est insupportable.
L’immortalité, dans ces époques, n’est pas un idéal. C’est une défense. Une défense contre l’expérience que rien ne tient. Que tout se liquéfie, se recycle, se remplace. Que même la douleur devient contenu, même la mémoire devient donnée. Face à cela, l’immortalité apparaît comme la dernière ligne de défense du Moi : si je ne peux pas retenir le monde, je retiendrai au moins l’idée que je ne m’y perds pas.
Le problème n’est pas que cet investissement soit faux. Le problème est qu’il est lourd. Il charge la vie d’une exigence qui ne peut être satisfaite. Chaque acte est sommé de se justifier a posteriori par sa durée. Chaque relation est pressée de prouver qu’elle valait la peine. Chaque fin est vécue non comme une fin, mais comme un échec.
Le travail psychanalytique ne vient pas abolir cet investissement par des assurances sur la mortalité. Il ne dit pas « tout finit, accepte-le ». Ce serait de la moralisation. Le travail se situe ailleurs : dans la possibilité pour le sujet de supporter que quelque chose ait eu du sens sans avoir besoin de durer pour toujours. Que la valeur ne se mesure pas au temps de survie. Que la perte n’annule pas le fait.
Lorsque cela devient possible, l’immortalité perd son poids. Non parce qu’elle est rejetée, mais parce qu’elle cesse d’être nécessaire. Et alors, paradoxalement, la vie devient plus habitable. Non plus sûre. Plus libre de l’obligation de laisser une trace.
Il existe des époques où l’être humain investit dans l’immortalité.
Et il existe des moments — rares — où il peut retirer cet investissement sans s’effondrer.
C’est là que commence autre chose. Pas l’immortalité. La possibilité de vivre sans avoir besoin d’être sauvé par le temps.