11/04/2026
Γράφει: Τσιριγώτης Θεόδωρος
«Ποιοι Θάνατοι Αξίζουν Πένθος;»
Η Μεγάλη Παρασκευή δεν είναι απλώς μια θρησκευτική μνήμη· είναι ένα πολιτισμικό επεισόδιο επαναλαμβανόμενου πένθους. Μια οργανωμένη σκηνοθεσία απώλειας που επιτρέπει σε μια κοινότητα να αντέξει αυτό που, σε άλλες συνθήκες, θα ήταν ψυχικά αδιανόητο: τον θάνατο του νοήματος. Το σώμα κατεβαίνει από τον σταυρό, περιποιείται, εκτίθεται, θρηνείται. Η απώλεια αποκτά μορφή — και μόνο τότε γίνεται, προσωρινά, υποφερτή.
Θεολογικά, η ημέρα αυτή είναι το απόλυτο παράδοξο του χριστιανισμού. Δεν πρόκειται απλώς για το πάθος ενός αθώου, αλλά για την εμπειρία ενός Θεού που πεθαίνει. Η φράση «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» δεν είναι μόνο κραυγή πόνου· είναι ρήξη μέσα στο ίδιο το θείο. Δεν έχουμε έναν παντοδύναμο Θεό που διαχειρίζεται τον θάνατο από απόσταση, αλλά έναν Θεό που εκτίθεται στην εγκατάλειψη, στην απώλεια, στην απόλυτη αδυναμία. Η Μεγάλη Παρασκευή, επομένως, δεν είναι απλώς προοίμιο της Ανάστασης· είναι μια θεολογία της απογύμνωσης.
Ο Θεός δεν σώζει αποφεύγοντας τον θάνατο· σώζει περνώντας μέσα από αυτόν.
Ψυχαναλυτικά, αυτή η σκηνή μπορεί να διαβαστεί ως κατάρρευση της πρωτογενούς φαντασίωσης παντοδυναμίας. Το «αντικείμενο» —είτε το σκεφτούμε ως Θεό, είτε ως μητρική/πατρική φιγούρα— αποδεικνύεται ευάλωτο, θνητό, μη εγγυητικό. Αυτό είναι το σημείο όπου το υποκείμενο καλείται να περάσει από την ψευδαίσθηση στην πραγματικότητα. Όμως αυτή η μετάβαση δεν είναι καθόλου ομαλή. Αν δεν υπάρξει επαρκές «κράτημα», αν δεν υπάρξει ένας χώρος που να αντέξει την εμπειρία της απώλειας, το υποκείμενο είτε διαλύεται είτε αμύνεται: με άρνηση, με αποσύνδεση, με επιθετικότητα.
Εδώ ακριβώς λειτουργεί το τελετουργικό. Ο επιτάφιος, οι ψαλμοί, η σιωπή της ημέρας συγκροτούν ένα συλλογικό holding environment.
Κάτι σαν εξωτερική ψυχική λειτουργία, εκεί όπου η εσωτερική έχει καταρρεύσει. Δεν είναι τυχαίο ότι το πένθος στη Μεγάλη Παρασκευή είναι δημόσιο. Η κοινότητα «σκέφτεται» εκεί που το άτομο δεν μπορεί ακόμη να σκεφτεί.
Αλλά αν απομακρυνθούμε από τη λειτουργική καθαρότητα του τελετουργικού και κοιτάξουμε τον σύγχρονο κόσμο, η εικόνα διαταράσσεται. Οι πόλεμοι, οι συνεχείς εικόνες νεκρών σωμάτων, οι πόλεις που καταρρέουν, παράγουν ένα υπερκορεσμένο πένθος που δεν προλαβαίνει να γίνει εργασία. Δεν υπάρχει χρόνος για αποεπένδυση, δεν υπάρχει συμβολικός χώρος για να επεξεργαστεί κανείς την απώλεια. Το τραύμα παραμένει ωμό, αδιαμεσολάβητο.
Κοινωνιολογικά, αυτή η αποτυχία πένθους έχει συνέπειες. Όταν οι απώλειες δεν αναγνωρίζονται, όταν οι νεκροί δεν θρηνούνται ισότιμα, τότε δημιουργούνται ιεραρχίες πένθους. Υπάρχουν ζωές που αξίζουν να θρηνηθούν και ζωές που απλώς καταγράφονται ως «παράπλευρες απώλειες». Αυτή η διάκριση δεν είναι ουδέτερη· είναι πολιτική. Και συχνά, είναι η πρώτη ύλη της βίας.
Το μη-πενθημένο επιστρέφει — όχι ως θλίψη, αλλά ως επιθετικότητα.
Η Μεγάλη Παρασκευή, σε αυτή τη συνθήκη, γίνεται κάτι σχεδόν άβολο. Γιατί μας θυμίζει ότι το πένθος απαιτεί χρόνο, μορφή, αναγνώριση. Και εμείς ζούμε σε έναν κόσμο που επιταχύνει τη λήθη. Δεν υπάρχει πια επιτάφιος για όλους· υπάρχουν μόνο ροές εικόνων που διαδέχονται η μία την άλλη, μέχρι να χάσουν το βάρος τους.
Και ίσως εδώ χρειάζεται μια άλλη, πιο σκεπτική στάση — όχι τόσο θρησκευτική όσο υπαρξιακή. Αν ο Θεός της Μεγάλης Παρασκευής είναι ένας Θεός που βιώνει την εγκατάλειψη, τότε η πίστη δεν μπορεί να είναι απλώς παρηγοριά. Είναι, μάλλον, μια μορφή αντοχής στο νόημα που διαλύεται. Μια επιμονή να μείνει κανείς παρών εκεί όπου δεν υπάρχει άμεση λύτρωση.
Δεν είναι εύκολο να σταθείς μπροστά σε έναν σταυρό χωρίς να βιαστείς προς την Ανάσταση. Ούτε είναι εύκολο να κοιτάξεις τον πόλεμο χωρίς να καταφύγεις σε αφηρημένες αφηγήσεις περί αναγκαιότητας ή ιστορικής εξέλιξης. Η Μεγάλη Παρασκευή, αν την πάρει κανείς στα σοβαρά, δεν επιτρέπει τέτοιες ευκολίες. Σε αφήνει με το ερώτημα: τι κάνεις με τον θάνατο όταν δεν μπορείς να τον εξηγήσεις;
Ίσως η μόνη έντιμη απάντηση είναι να μην τον εξηγήσεις. Να τον αναγνωρίσεις. Να του δώσεις χώρο. Να πενθήσεις — όχι μόνο για τους «δικούς σου», αλλά και για εκείνους που δεν θα γίνουν ποτέ δικοί σου. Γιατί εκεί, στο ποιον επιλέγεις να θρηνήσεις, αποκαλύπτεται όχι μόνο η ηθική σου, αλλά και η πολιτική σου θέση.
Και κάπου ανάμεσα στη θεολογία της εγκατάλειψης και την ψυχανάλυση της απώλειας, ίσως υπάρχει μια πιο λιτή σκέψη: ότι ο πολιτισμός δεν κρίνεται από το πώς νικά τον θάνατο, αλλά από το πώς τον πενθεί.