Αγγελική Μπολουδάκη

Αγγελική Μπολουδάκη Ψυχοθεραπεία, Συμβουλευτική.
Οι συνεδρίες πραγματοποι

06/04/2026

Ένας άντρας αφηγείται: Η μητέρα μου δεν με κατάλαβε ποτέ πραγματικά. Ήταν εκεί, παρούσα, ενεργή, φρόντιζε, συμμετείχε. Κι όμως, μέσα μου υπήρχε ένα βαθύ κενό: δεν με συναισθάνθηκε. Δεν άγγιξε ποτέ τον εσωτερικό μου κόσμο, δεν αφουγκράστηκε τους φόβους, τις ανάγκες, τη σιωπηλή μου αγωνία να με δει κάποιος αληθινά. Η παρουσία της ήταν δεδομένη, αλλά η ουσιαστική συνάντηση μαζί μου δεν έγινε ποτέ.

Και μέσα στο σπίτι, ανάμεσα εκείνη και τον πατέρα μου, εκτυλισσόταν ένας αδιάκοπος ανταγωνισμός. Όχι απαραίτητα πάντα φανερός, αλλά υπόγειος, επίμονος, διαβρωτικός. Δεν υπήρχε συνεργασία, δεν υπήρχε τρυφερότητα, δεν υπήρχε εκείνη η ήσυχη συμμαχία που κάνει ένα παιδί να αισθάνεται ασφαλές. Υπήρχε ένταση, σύγκρουση δύναμης, μια διαρκής πάλη για το ποιος υπερισχύει. Κι εγώ μεγάλωσα μέσα σε αυτό το κλίμα, μαθαίνοντας χωρίς να το καταλαβαίνω ότι έτσι είναι οι σχέσεις: πεδίο μάχης, όχι καταφύγιο.

Η γυναίκα που επέλεξα με ανταγωνίζεται. Δεν νοιάζεται βαθιά για μένα, δεν συναισθάνεται τις ανάγκες μου, δεν στέκεται δίπλα μου με ουσιαστική φροντίδα. Για χρόνια ίσως αναρωτιόμουν γιατί. Σήμερα ξέρω. Την επέλεξα ακριβώς επειδή αυτό μου ήταν οικείο. Δεν πήγα προς την αγάπη που θεραπεύει, πήγα προς την αγάπη που ήδη ήξερα, ακόμη κι αν με πλήγωνε. Διάλεξα το γνώριμο, όχι το καλό. Διάλεξα χωρίς επίγνωση μια συνέχεια της πρώτης μου ιστορίας.

Και δεν έφυγα. Δεν χώρισα. Έλεγα πως έμεινα για τα παιδιά μου. Έλεγα πως θυσιάστηκα, πως άντεξα, πως προστάτευσα την οικογένεια. Όμως η αλήθεια είναι πιο σκληρή και πιο τίμια: απέφευγα την ευθύνη της απόφασής μου. Φοβήθηκα να αναλάβω το κόστος μιας ρήξης. Φοβήθηκα τη σύγκρουση, τη μοναξιά, την ενοχή, την έκθεση. Κρύφτηκα πίσω από τον ρόλο του “πατέρα που μένει για τα παιδιά”, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχα το θάρρος να πω: «Αυτό δεν με χωράει πια. Αυτό δεν είναι ζωή. Αυτό δεν είναι σχέση».

Κι έτσι η παθητικότητά μου δεν ήταν ουδέτερη. Δεν ήταν αθώα. Δεν ήταν ειρήνη. Ήταν μια σιωπηλή παραίτηση. Και τα παιδιά μου μεγάλωσαν μέσα σε αυτή τη σκηνή. Δεν είδαν έναν πατέρα που υπερασπίζεται την αλήθεια του με αξιοπρέπεια. Είδαν έναν άντρα που υποχωρεί, που σωπαίνει, που αντέχει χωρίς να μεταμορφώνει τίποτα. Και φυσικά ταυτίστηκαν με εκείνον που έμοιαζε πιο ισχυρός. Με εκείνη που καταλάμβανε περισσότερο χώρο, που επέβαλλε την παρουσία της, που φαινόταν κυρίαρχη στο πεδίο.

Δεν τους αδικώ. Τα παιδιά πάνε εκεί όπου νιώθουν ότι υπάρχει δύναμη, σαφήνεια, επιβολή. Κι εγώ, με την παθητική μου στάση, τους έδωσα το μήνυμα ότι η δύναμη δεν βρίσκεται στην αλήθεια, στην ευθύνη και στον σεβασμό, αλλά στην επικράτηση. Έτσι η εικόνα που σχημάτισαν για τη σχέση δεν είναι σχέση αμοιβαιότητας, τρυφερότητας και αλληλοστήριξης. Είναι σχέση εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού. Μια σχέση όπου ο ένας χρησιμοποιεί τον άλλον, όπου η εγγύτητα μπερδεύεται με τον έλεγχο, όπου η αγάπη μετριέται με όρους ισχύος.

Το πιο οδυνηρό είναι πως αυτό το μοντέλο δεν το αναπαράγουν μόνο στις δικές τους σχέσεις, το έχουν και μαζί μου. Με βλέπουν μέσα από αυτό το παραμορφωμένο φίλτρο. Όχι σαν έναν πατέρα με ευαισθησία, βάθος και αγάπη, αλλά σαν κάποιον που είτε υποχωρεί είτε είναι διαθέσιμος προς χρήση. Και μέσα μου γεννιέται το πικρό ερώτημα: τι κατάφερα τελικά; Τι προστάτεψα; Τι έσωσα;

Αυτό πονάει. Γιατί δεν αφορά μόνο όσα έζησα, αλλά και όσα επέτρεψα.

Η αλήθεια είναι απλή και σκληρή:
αν δεν πάρεις θέση στη ζωή σου, θα πάρουν οι άλλοι για σένα.
αν δεν βάλεις όρια, θα σε ορίσουν.
αν δεν σε σεβαστείς, θα μάθουν να μη σε σέβονται.

Όμως εδώ αρχίζει και κάτι άλλο.

Δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν. Μπορώ όμως να σταματήσω να το συνεχίζω.

Η ωριμότητα ξεκινά όταν από το «με πλήγωσαν» περνάς στο «εδώ πρόδωσα κι εγώ τον εαυτό μου» — όχι για να κατηγορηθείς, αλλά για να ελευθερωθείς.

Δεν φταίω για όσα έλαβα.
Είμαι όμως υπεύθυνος για όσα συνεχίζω.

Και σήμερα μπορώ να διαλέξω αλλιώς.

Να μιλήσω.
Να σταθώ.
Να βάλω όρια.
Να μην είμαι πια διαθέσιμος προς χρήση.

Αν κάτι αξίζει τώρα, είναι αυτό:
να δουν τα παιδιά μου, έστω αργά, ότι η δύναμη δεν είναι η επιβολή, αλλά η αλήθεια.
Ότι η σχέση δεν είναι πεδίο μάχης, αλλά χώρος σεβασμού.
Ότι η αγάπη δεν είναι ανταγωνισμός, αλλά παρουσία με αξιοπρέπεια.

Κι αν δεν μπόρεσα να τους το δώσω τότε,
μπορώ να τους το δείξω τώρα.

Ίσως να είναι αργά, ίσως και όχι. Όμως θα προσπαθήσω. Για να μη συνεχιστεί ο κύκλος.

Αγγελική Μπολουδάκη

06/04/2026

Μια γυναίκα αφηγείται: Προσπαθούσα να είμαι τέλεια. Να μη ξεφεύγει τίποτα, να μη λείπει τίποτα, να μη φαίνεται τίποτα. Να χαμογελώ σωστά, να μιλάω σωστά, να αντέχω σωστά. Να μην ενοχλώ. Να δείχνω πως τα καταφέρνω, πως είμαι δυνατή, πως είμαι αρκετή. Να το πιστέψουν, έστω αυτοί.

Μα αυτό είχε βάρος. Σταθερό, αόρατο, αδιάκοπο. Το κουβαλούσα στους ώμους, στο στήθος, στην αναπνοή. Και κάθε μικρό, ανθρώπινο λάθος μέσα μου γινόταν θόρυβος: δεν είσαι αρκετή.

Κι έτσι συνέχιζα. Πιο σκληρά, πιο σιωπηλά. Κανείς δεν έβλεπε τι γινόταν όταν έμενα μόνη, όταν έπεφταν οι ρόλοι, οι άμυνες, οι αντοχές, και έμενα απέναντι στον εαυτό μου χωρίς να αντέχω να τον κοιτάξω. Εκεί ερχόταν πάντα η ίδια ερώτηση: αξίζω μόνο όταν πετυχαίνω ή υπάρχω αρκετά έτσι όπως είμαι;

Ήθελα να με δουν. Όχι γι’ αυτό που έχτισα με κόπο, αλλά γι’ αυτό που έκρυβα: τις ρωγμές μου, την ευαλωτότητά μου, εκείνο το κομμάτι που έτρεμε πως, αν δεν είναι όλα σωστά, οι άλλοι θα φύγουν.

Ήμουν εξαντλημένη. Από την επιφυλακή. Από το «πρόσεχε» και το «μη φανεί». Από έναν φόβο που δεν φώναζε, αλλά δεν με άφηνε ούτε στιγμή. Δεν ήξερα πια πώς να αναπνεύσω χωρίς να απολογούμαι. Το άγχος ήταν στο σώμα μου, στη φωνή μου, σε κάθε «είμαι καλά» που δεν ήταν.

Η τελειότητα δεν ήταν ποτέ τέλος. Ήταν δίψα. Όσο της έδινα, τόσο μεγάλωνε. Με κρατούσε όρθια και ταυτόχρονα με διέλυε.

Και η μοναξιά ήταν η πιο ήσυχη πληγή. Οι άλλοι έβλεπαν αυτό που άντεχα, όχι αυτό που κόστιζε. Το αποτέλεσμα, όχι το ράγισμα. Ήμουν εκεί, και όμως δεν ήμουν. Φοβόμουν μη χαλάσει η εικόνα, μη φύγουν, μη δω στα μάτια τους αυτό που είχα ήδη πιστέψει: ότι χωρίς τελειότητα δεν αξίζω αγάπη. Σαν η αγάπη να ήταν κάτι που έπρεπε να κερδίζω ξανά και ξανά.

Κάπου εκεί άρχισα να σπάω. Αθόρυβα. Από μέσα. Γιατί υπήρχε ένα κομμάτι μου που δεν ήθελε άλλο να αποδεικνύει, να αντέχει, να σωπαίνει. Ήθελε μόνο να ακουμπήσει, να πει «δεν μπορώ» και να μη χαθεί γι’ αυτό.

Ίσως αυτό να ήταν το πιο βαθύ μου ράγισμα: όχι η κούραση, αλλά ο φόβος πως, αν φανώ όπως πραγματικά είμαι, δεν θα με αγαπήσει κανείς.

Γι’ αυτό δεν θέλω πια να είμαι τέλεια. Θέλω να είμαι αληθινή.

Ας είναι η φωνή μου ένας τόπος όπου κανείς δεν χρειάζεται να κρυφτεί. Όπου η κούραση δεν είναι ντροπή, η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία και το «δεν αντέχω άλλο» ακούγεται ως αλήθεια, όχι ως ήττα.

Ας είναι η φωνή μου αιχμή. Να σκίζει το ψέμα που μας έμαθαν να λέμε στον εαυτό μας: ότι πρέπει να είμαστε άψογοι για να αγαπηθούμε, ήσυχοι για να γίνουμε αποδεκτοί, δυνατοί για να αξίζουμε.

Κι αν μέσα από τη δική μου ρωγμή περάσει λίγο φως για κάποιον άλλο, αν κάποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του στις λέξεις μου και νιώσει λιγότερο ξένος μέσα στον πόνο του, τότε ίσως η φωνή μου να βρήκε τον λόγο που υπάρχει.

Όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να αγγίξει. Όχι για να φανεί δυνατή, αλλά για να πει την αλήθεια:

κανείς δεν χρειάζεται να γίνει τέλειος για να αξίζει αγάπη, σεβασμό και εκτίμηση.

Αγγελική Μπολουδάκη

05/04/2026

Υπάρχουν στιγμές που δεν σου αρέσεις.

Όχι επιφανειακά.
Όχι «σήμερα δεν είμαι στα καλύτερά μου».
Πιο βαθιά.

Στιγμές που κάτι μέσα σου σε μικραίνει.
Που νιώθεις εκτεθειμένος/η.
Σαν να φαίνεται κάτι που θα ήθελες να μη φαίνεται.

Ίσως να μην είναι καν κάτι που φαίνεται μεγάλο.
Ίσως να είναι μια στιγμή που ένιωσες ότι δεν χώρεσες.
Ότι κουράστηκες και δεν το είπες.
Ότι ήθελες κάτι και πάλι έκανες πίσω.
Ότι προσπάθησες να κρατηθείς “σωστός/ή”, ενώ μέσα σου κάτι βούλιαζε.

Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβεις, αλλάζει κάτι μέσα σου.

Σφίγγεσαι.
Αρχίζεις να σκέφτεσαι.
Να γυρνάς πίσω.
Να ψάχνεις τι έκανες, τι είπες, τι θα μπορούσες να είχες κάνει αλλιώς.

Και κάπου εκεί… αρχίζεις να απομακρύνεσαι από σένα.

Δεν είναι έντονο πάντα.
Μερικές φορές είναι σχεδόν ανεπαίσθητο.
Απλώς δεν είσαι πια με το μέρος σου.

Και αυτό σε πληγώνει.

Γιατί μπορεί να έχεις ανθρώπους γύρω σου,
αλλά εκείνη τη στιγμή δεν έχεις εσένα.

Και αυτό δεν το λέμε συχνά.

Δεν λέμε πόσο εύκολα στρεφόμαστε εναντίον του εαυτού μας.
Πόσο γρήγορα όταν δυσκολευόμαστε, τον πιέζουμε αντί να τον κρατήσουμε.
Πόσο βαθιά έχουμε μάθει ότι, όταν κάτι δεν πάει καλά, κάπου φταίμε εμείς.

Όχι με σκέψη πάντα.
Με αίσθηση.

Σαν να πέφτει λίγο το μέσα σου.
Σαν να μαζεύεσαι.
Σαν να θες να γίνεις λίγο λιγότερο.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται κάτι πολύ αληθινό για την αυτοεκτίμηση.

Όχι στο πώς φαίνεσαι όταν είσαι καλά.
Αλλά στο τι συμβαίνει μέσα σου όταν δεν είσαι.

Αν εκείνη τη στιγμή σε πιάνει μια εσωτερική σκληρότητα,
αν βιάζεσαι να εξηγήσεις, να διορθώσεις, να μικρύνεις, να μη νιώσεις αυτό που νιώθεις…

Είναι επειδή κάπως έμαθες ότι αυτός είναι ο τρόπος.

Και αυτός ο τρόπος δεν αλλάζει με γρηγορες αποφάσεις.

Αλλάζει πολύ πιο αργά.
Και πολύ πιο ήσυχα.

Μερικές φορές αλλάζει απλώς όταν αρχίζεις να το παρατηρείς.

Όταν πιάνεις εκείνη τη στιγμή που πας να στραφείς εναντίον σου.
Και, έστω για ένα δευτερόλεπτο, δεν το κάνεις.

Όχι γιατί “πρέπει να αγαπάς τον εαυτό σου”.
Αλλά γιατί κουράστηκες να τον χάνεις κάθε κάθε φορά.

Δεν είναι κάτι εντυπωσιακό αυτό.
Δεν είναι μεταμόρφωση.
Δεν είναι «τώρα τα κατάφερα».

Είναι μικρό.
Σχεδόν τίποτα.

Αλλά έχει μέσα του μια αλλαγή κατεύθυνσης.

Σαν να μένεις λίγο περισσότερο.
Σαν να μην φεύγεις αμέσως.

Και ίσως τελικά η αυτοεκτίμηση να μην είναι κάτι που χτίζεται όπως νομίζουμε.
Ίσως να είναι απλώς αυτές οι μικρές στιγμές που δεν εγκαταλείπεις τον εαυτό σου τόσο γρήγορα.

Όχι για πάντα.
Όχι τέλεια.
Απλώς… λίγο λιγότερο από πριν.

Και αυτό, για κάποιον που έχει μάθει αλλιώς,
είναι ήδη κάτι πολύ.

Αγγελική Μπολουδάκη

05/04/2026

Δεν είναι όμορφο να συναντάς τον εαυτό σου.
Όχι με τον τρόπο που το λένε στα αποφθέγματα.

Δεν έχει μουσική υπόκρουση, ούτε φώτα που πέφτουν σωστά πάνω σου. Έχει σιωπή. Μερικές φορές βαριά, άβολη σιωπή. Έχει στιγμές που συνειδητοποιείς ότι έχεις κουραστεί να παριστάνεις κάποιον που δεν είσαι — και δεν ξέρεις ακόμα ποιος είσαι χωρίς αυτό.

Οι άνθρωποι που συναντούν τον εαυτό τους δεν “φτάνουν” κάπου. Δεν ξυπνούν ξαφνικά ολοκληρωμένοι. Αντίθετα, συχνά απογυμνώνονται. Βλέπουν επιλογές που δεν ήταν δικές τους, ρόλους που φόρεσαν για να αντέξουν, συνήθειες που δεν τους ταιριάζουν πια.

Και αυτό πονάει.

Γιατί σημαίνει ότι δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από δικαιολογίες. Δεν μπορείς να πεις «έτσι είμαι» με την ίδια άνεση. Αρχίζεις να βλέπεις πού φοβήθηκες, πού υποχώρησες, πού έμεινες ενώ ήθελες να φύγεις.

Κάποιες μέρες θα θέλεις να γυρίσεις πίσω. Στο γνώριμο, στο πιο εύκολο, ακόμα κι αν δεν ήταν αληθινό. Γιατί το άγνωστο κομμάτι του εαυτού σου δεν είναι πάντα ευγενικό. Δεν σε περιμένει με κατανόηση — σε κοιτάει κατευθείαν.

Αλλά μέσα σε αυτό, υπάρχει και κάτι καθαρό.

Μια στιγμή που σταματάς να προσπαθείς να γίνεις αποδεκτός και αρχίζεις να γίνεσαι ειλικρινής. Όχι τέλειος — ειλικρινής. Και αυτό αλλάζει τον τρόπο που στέκεσαι, που μιλάς, που αντέχεις.

Οι άνθρωποι που συναντούν τον εαυτό τους δεν λάμπουν απαραίτητα. Δεν φαίνονται πάντα “δυνατοί”. Αλλά έχουν κάτι πιο σπάνιο: δεν χρειάζεται πια να αποδείξουν συνεχώς ποιοι είναι.

Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο και το πιο αληθινό σημείο:

Ότι δεν βρίσκεις τον εαυτό σου για να γίνεις κάτι καλύτερο.
Τον συναντάς για να σταματήσεις να φεύγεις από αυτόν.

Αγγελική Μπολουδάκη

04/04/2026

Δεν φαίνονται όλες οι μορφές κούρασης.
Υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν κανονικά τη μέρα τους, μιλούν, χαμογελούν, απαντούν, κυκλοφορούν ανάμεσά μας, κι όμως μέσα τους δίνουν έναν αγώνα που κανείς δεν υποψιάζεται.

Γιατί ο πόνος δεν εμφανίζεται πάντα σαν κραυγή.
Πολλές φορές φοράει τη μορφή της συνήθειας.
Κρύβεται σε μικρά πράγματα που μοιάζουν αθώα: σε μια οθόνη που μένει ανοιχτή μέχρι αργά, σε μια ατελείωτη διαδρομή χωρίς λόγο, σε μια μουσική που παίζει πολύ δυνατά, σε μια φράση όπως το «είμαι καλά» που λέγεται μηχανικά, σχεδόν από ανάγκη.

Καθένας βρίσκει τον δικό του τρόπο να αντέξει αυτό που δεν μπορεί ακόμα να πει.
Άλλος γεμίζει τον χρόνο του για να μη μείνει μόνος με τις σκέψεις του.
Άλλος ψάχνει συνεχώς θόρυβο για να μη ακούσει όσα συμβαίνουν μέσα του.
Άλλος καταφεύγει σε εικόνες, ανθρώπους, ειδοποιήσεις, κουβέντες μισές, μικρές αποδράσεις που δεν λύνουν τίποτα, αλλά για λίγο μαλακώνουν το βάρος.

Και ίσως αυτό να είναι κάτι που μας αφορά όλους.
Γιατί όλοι κάποτε κρατηθήκαμε από κάτι πρόχειρο για να μη γκρεμιστούμε.
Όλοι χρειαστήκαμε έναν τρόπο να παραμείνουμε όρθιοι όταν μέσα μας όλα έμοιαζαν έτοιμα να λυγίσουν.

Δεν είναι αδυναμία αυτό.
Είναι ένας σιωπηλός τρόπος επιβίωσης.
Είναι η προσπάθεια της ψυχής να προστατέψει ό,τι δεν αντέχει ακόμη να αγγίξει.

Μόνο που πίσω από κάθε τέτοια άμυνα υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ:
ένα κομμάτι μας που δεν ζητά να το διορθώσουμε,
μόνο να το ακούσουμε.
Ένα κομμάτι πληγωμένο, ευάλωτο, ξεχασμένο ίσως, που συνεχίζει να περιμένει λίγη κατανόηση, λίγη τρυφερότητα, λίγη αγάπη.

Και ίσως η αληθινή αρχή να βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Όχι στο να σταματήσουμε αμέσως να κρυβόμαστε,
αλλά στο να αρχίσουμε σιγά σιγά να συναντάμε αυτό που κρύβουμε.

Να σταθούμε δίπλα στον εαυτό μας με περισσότερη αλήθεια.
Με λιγότερη σκληρότητα.
Με περισσότερη φροντίδα.

Γιατί όταν αυτό το εσωτερικό, σιωπηλό κομμάτι πάψει να νιώθει μόνο,
τότε ίσως πάψουμε κι εμείς να νιώθουμε τόσο χαμένοι μέσα μας.

Αγγελική Μπολουδάκη

04/04/2026

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Αδέσποτων Ζώων.
Μα δεν είναι μόνο μια μέρα ευαισθητοποίησης. Είναι μια μέρα ευγνωμοσύνης.

Για εκείνους που δεν γύρισαν το βλέμμα αλλού.
Για εκείνους που στάθηκαν, έσκυψαν, άπλωσαν το χέρι.

Γιορτάζει κάθε άνθρωπος που άνοιξε το σπίτι του και την καρδιά του σε ένα πλάσμα που γνώριζε μόνο την εγκατάλειψη.
Κάθε οικογένεια που δεν «έσωσε» απλώς ένα ζώο, αλλά σώθηκε και η ίδια μέσα από αυτό.

Γιορτάζει εκείνος/η που στειρώνει — γιατί επιλέγει την ευθύνη αντί της αδιαφορίας.
Εκείνος/η που ταΐζει — γιατί βλέπει ζωή εκεί που άλλοι βλέπουν “πρόβλημα”.

Εκείνος/η που φροντίζει — ακόμα κι όταν δεν τον βλέπει κανείς.

Η φιλοζωία δεν είναι λόγια. Είναι πράξη.
Είναι επιλογή. Είναι στάση ζωής.

Είναι η τόλμη να νοιαστείς σε έναν κόσμο που συχνά βιάζεται να προσπεράσει.
Είναι η ενσυναίσθηση να αναγνωρίσεις τον πόνο χωρίς να χρειάζονται λέξεις.
Είναι η αλήθεια ότι η ανθρωπιά μας φαίνεται στο πώς φερόμαστε στους πιο αδύναμους.

Σήμερα, λοιπόν, δεν γιορτάζουν μόνο τα αδέσποτα.
Γιορτάζει κάθε μικρή και μεγάλη πράξη αγάπης που τους δίνει ελπίδα.

Και ίσως, τελικά, αυτή η μέρα να μας θυμίζει κάτι πολύ απλό:
ότι ο κόσμος αλλάζει… κάθε φορά που κάποιος επιλέγει να νοιαστεί.

Αγγελική Μπολουδάκη

Διαδικτυακή Ομάδα Προσωπικής Ανάπτυξης με θέμα τις σχέσειςΟ τρόπος που σχετιζόμαστε δεν είναι τυχαίος.Κάθε σχέση φέρνει ...
03/04/2026

Διαδικτυακή Ομάδα Προσωπικής Ανάπτυξης με θέμα τις σχέσεις

Ο τρόπος που σχετιζόμαστε δεν είναι τυχαίος.

Κάθε σχέση φέρνει μαζί της κάτι γνώριμο.
Έναν τρόπο να πλησιάζουμε ή να απομακρυνόμαστε.
Έναν φόβο, μια ανάγκη, μια προσδοκία που επανέρχεται.

Έχετε αναρωτηθεί γιατί, ακόμη κι όταν αλλάζουν οι άνθρωποι στη ζωή σας, κάτι μέσα στις σχέσεις μοιάζει να επαναλαμβάνεται;

Κάποια μοτίβα δεν αλλάζουν απλώς με το να τα καταλάβουμε.

Χρειάζονται έναν χώρο όπου μπορούν να φανερωθούν — και να βιωθούν διαφορετικά.

Στις σχέσεις μας συχνά αναγνωρίζουμε γνώριμους τρόπους:
— να πλησιάζουμε και μετά να απομακρυνόμαστε
— να φοβόμαστε την απώλεια
— να νιώθουμε ότι κάτι «ίδιο» συμβαίνει ξανά και ξανά

Η ομάδα αυτή είναι ένας ασφαλής και υποστηρικτικός διαδικτυακός χώρος διερεύνησης.

Ένας χώρος όπου μπορούμε να σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντι στον τρόπο που σχετιζόμαστε και να τον κατανοήσουμε σε βάθος.

Μέσα από τη δυναμική της ομάδας, θα δούμε τον εαυτό μας να καθρεφτίζεται στους άλλους, θα δοκιμάσουμε νέους τρόπους σύνδεσης και θα αποκτήσουμε επίγνωση σε πραγματικό χρόνο.

Θεματικές της ομάδας

• Πώς συνδέομαι στις σχέσεις και ποια μοτίβα επαναλαμβάνω
(ασφαλής, αγχώδης, αποφευκτικός και αποδιοργανωμένος τρόπος σύνδεσης)

• Γιατί επιστρέφω σε παρόμοιες εμπειρίες, ακόμη κι όταν επιθυμώ κάτι διαφορετικό

• Πόσο κοντά μπορώ να έρθω και πότε απομακρύνομαι
(εγγύτητα, απόσταση και φόβος οικειότητας)

• Πώς βάζω όρια χωρίς να χάνω τη σύνδεση

• Πώς χτίζεται η εμπιστοσύνη μέσα σε μια σχέση

• Πώς μιλάω όταν κάτι με δυσκολεύει και τι συμβαίνει όταν διαφωνούμε

• Όταν φοβάμαι ότι θα χάσω τον άλλον
(ανάγκη, ζήλια και φόβος απώλειας)

• Από την επανάληψη στη δυνατότητα για κάτι διαφορετικό — και στη σχέση με τον εαυτό μου

Σε ποιους απευθύνεται

Σε ανθρώπους που επιθυμούν να σταθούν με ειλικρίνεια απέναντι στον τρόπο που σχετίζονται και να δουλέψουν πάνω στις εμπειρίες τους μέσα σε ένα ασφαλές και σταθερό πλαίσιο.

Πληροφορίες

🗓 Έναρξη: 27 Απριλίου
🕰 Διάρκεια: 8 διαδικτυακές συναντήσεις
📍 Τρόπος διεξαγωγής: Online

ℹ️ Απαραίτητη ατομική συνάντηση πριν από την ένταξη στην ομάδα

📩 Για πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής:

Μπορείτε να στείλετε μήνυμα στη σελίδα ή στο email:
✉️ info@boloudaki.gr

ή να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα:
🌐 www.boloudaki.gr

📞 28210 74187
📱 6972 598131

Συντονισμός: Αγγελική Μπολουδάκη

03/04/2026

'Ενας άντρας αφηγείται: Οι επιλογές μου δεν με ικανοποιούσαν.
Το έβλεπα εκ των υστέρων, κάθε φορά. Στην αρχή όλα έμοιαζαν σωστά, υπήρχε έλξη, ένταση, μια αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει. Μετά όμως έμενα με ένα κενό. Σαν να είχα επενδύσει σε κάτι που δεν είχε βάθος.

Κι αυτό δεν ταίριαζε με μένα.

Είμαι άνθρωπος που αναλαμβάνει. Όταν λέω κάτι, το εννοώ. Όταν είμαι κάπου, είμαι παρών. Δεν μου είναι δύσκολη η δέσμευση, το αντίθετο, μου είναι φυσική. Κι όμως, για καιρό, διάλεγα σχέσεις που δεν μπορούσαν να σταθούν σε αυτό.

Άργησα να το δω καθαρά.

Νόμιζα ότι διάλεγα με βάση αυτό που ήθελα. Στην πραγματικότητα, διάλεγα με βάση αυτό που μου έλειπε. Υπήρχε μέσα μου μια ανάγκη επιβεβαίωσης που δεν είχα καλύψει. Και όπου έβρισκα κάτι που μου την έδινε — έστω και επιφανειακά — πήγαινα προς τα εκεί.

Στην αρχή λειτουργούσε.
Έπαιρνα αυτό που χρειαζόμουν: προσοχή, ενδιαφέρον, επιθυμία. Για λίγο ένιωθα “αρκετός”. Εκεί ήταν η παγίδα.

Γιατί μετά φαινόταν η πραγματικότητα.
Δεν υπήρχε συνέπεια.
Δεν υπήρχε βάθος.
Δεν υπήρχε πρόθεση να σταθεί κάτι.

Κι εγώ έμενα εκεί, προσπαθώντας να δώσω μορφή σε κάτι που δεν είχε δομή από την αρχή.

Αν το δω τώρα καθαρά, δεν ήταν θέμα τύχης. Ήταν επιλογή.
Και η επιλογή ερχόταν από ένα κομμάτι μου που είχε μείνει πίσω. Πιο νέος, πιο άπειρος, πιο διψασμένος για αποδοχή. Εκείνο το κομμάτι δεν ζητούσε αλήθεια, ζητούσε επιβεβαίωση.

Και μπέρδευα τα δύο.

Μπέρδευα την ένταση με την ουσία.
Την έλξη με τη σταθερότητα.
Το “με θέλει τώρα” με το “θα είναι εδώ”.

Δεν ήταν.

Το δύσκολο δεν είναι να το πεις. Είναι να το παραδεχτείς χωρίς να κρυφτείς πίσω από δικαιολογίες. Δεν έφταιγαν μόνο οι άλλοι που δεν μπορούσαν να δώσουν περισσότερα. Έφταιγα κι εγώ που ζητούσα από λάθος ανθρώπους να καλύψουν κάτι που ήταν δική μου ευθύνη να δω.

Και το πλήρωνα κάθε φορά το ίδιο:
με απογοήτευση,
με απόσταση από τον εαυτό μου,
με την αίσθηση ότι κάτι μέσα μου δεν κουμπώνει.

Σήμερα το βλέπω πιο καθαρά.

Δεν θέλω πια να με επιλέγουν μόνο για τη στιγμή.
Δεν με ενδιαφέρει η επιβεβαίωση που δεν συνοδεύεται από πράξεις.
Δεν με καλύπτει κάτι που ξεκινά δυνατά και μετά εξαφανίζεται.

Θέλω κάτι που στέκεται.
Κάτι που έχει συνέχεια.
Κάτι που δεν χρειάζεται να το κυνηγάω για να υπάρχει.

Και κυρίως, θέλω οι επιλογές μου να συμφωνούν με αυτό που είμαι.
Όχι με αυτό που μου έλειψε.

Γιατί όταν διαλέγεις από έλλειψη, αργά ή γρήγορα θα βρεθείς ξανά άδειος.
Όταν διαλέγεις από επίγνωση, έχεις τουλάχιστον μια πιθανότητα να σταθείς σωστά.

Δεν λέω ότι το έχω λύσει.
Λέω ότι το βλέπω.

Και αυτό αλλάζει τα πάντα.

Αγγελική Μπολουδάκη

03/04/2026

Μια γυναίκα αφηγείται: Ήμουν επιφανειακή… έτσι έλεγα κάποτε για μένα. Και το έλεγα με έναν τρόπο σχεδόν σκληρό, λες και αν προλάβαινα να με κατηγορήσω εγώ πρώτη, δεν θα πονούσε τόσο αν το έβλεπαν και οι άλλοι.

Ζούσα στην επιφάνεια. Εκεί όπου όλα φαίνονται όμορφα, ελαφριά, τακτοποιημένα. Ήξερα να χαμογελώ, να δείχνω καλά, να κρατάω τις σωστές αποστάσεις. Να αφήνω τους άλλους να βλέπουν μόνο αυτό που δεν με πρόδιδε. Μόνο αυτό που δεν με εξέθετε.

Γιατί η αλήθεια είναι πως φοβόμουν. Όχι λίγο. Πολύ. Φοβόμουν να δεθώ, φοβόμουν να αφεθώ, φοβόμουν ακόμα και να μείνω μόνη μου με όσα ένιωθα. Υπήρχαν βράδια που όλα ήταν ήσυχα κι εγώ δεν άντεχα αυτή την ησυχία. Έπρεπε κάπως να τη γεμίσω. Με ανθρώπους, με εικόνες, με θόρυβο, με κάτι. Οτιδήποτε, αρκεί να μη με ακούσω.

Κι όμως, μέσα μου υπήρχε ένα κενό. Όχι θεαματικό. Όχι κραυγαλέο. Ένα κενό χαμηλόφωνο, επίμονο, που με ακολουθούσε παντού. Ακόμα και στις στιγμές που έμοιαζα χαρούμενη, κάτι μέσα μου έμενε ακίνητο. Σαν να μην συμμετείχα ποτέ ολόκληρη στη ζωή μου. Σαν να ήμουν πάντα λίγο πιο έξω από μένα.

Το πιο δύσκολο δεν ήταν οι άλλοι. Ήμουν εγώ. Το να κοιτάζω τον εαυτό μου και να μην ξέρω ποια είμαι όταν σβήνουν όλα τα έξω. Όταν δεν υπάρχει βλέμμα να με επιβεβαιώσει, λέξη να με κρατήσει, τίποτα να με αποσπάσει. Εκεί τρόμαζα. Εκεί ένιωθα πόσο ξένη είχα γίνει με μένα.

Και μαζί μ’ αυτό, ένιωθα και ντροπή. Γιατί κάτι μέσα μου ήξερε. Ήξερε πως δεν ήμουν αληθινά καλά. Ήξερε πως όλο αυτό το «φαίνομαι» είχε αρχίσει να με πνίγει. Αλλά δεν ήξερα πώς να το αλλάξω. Δεν ήξερα καν από πού να αρχίσω.

Κάποτε, όμως, άρχισαν οι ρωγμές. Μικρές στην αρχή. Σχεδόν αθόρυβες. Ένα βλέμμα που δεν μπόρεσα να προσπεράσω. Μια λέξη που έμεινε μέσα μου περισσότερο απ’ όσο άντεχα. Μια στιγμή που δεν μπόρεσα να κρυφτώ πίσω από το συνηθισμένο μου χαμόγελο.

Και τότε κατάλαβα κάτι που με διέλυσε και μαζί με λύτρωσε: η επιφάνεια δεν ήταν ο χαρακτήρας μου. Ήταν η άμυνά μου. Ήταν ο τρόπος μου να μην αγγίξω το πιο ευάλωτο κομμάτι μου. Το πιο φοβισμένο. Το πιο αληθινό.

Δεν άλλαξα ξαφνικά. Άλλαξα αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Έμεινα λίγο περισσότερο εκεί που πριν έφευγα. Άκουσα λίγο πιο προσεκτικά εκεί που πριν βιαζόμουν να απαντήσω. Άφησα τον εαυτό μου να νιώσει χωρίς να τον μαλώσω αμέσως γι’ αυτό.

Σήμερα δεν λέω πια τόσο εύκολα «ήμουν επιφανειακή». Λέω πως ήμουν φοβισμένη. Λέω πως ήμουν κρυμμένη. Λέω πως προσπαθούσα όπως μπορούσα να επιβιώσω χωρίς να σπάσω.

Και ίσως τελικά αυτό να ήταν το ράγισμά μου: να σταματήσω να με κρίνω και να αρχίσω, έστω για πρώτη φορά, να με συμπονώ λίγο. Να με κοιτάζω με αλήθεια. Και να μένω.

Αγγελική Μπολουδάκη

03/04/2026

Ένας άντρας αφηγείται: Αγάπησα μια γυναίκα στα νιάτα μου.
Όχι απλώς με την ορμή της ηλικίας, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή, βαθιά βεβαιότητα πως αυτό είναι, πως εκεί βρίσκεται το σπίτι σου. Κι όμως, δεν έμεινα. Όχι γιατί δεν ήθελα, αλλά γιατί έμαθα να υπακούω. Στα «πρέπει», στις προσδοκίες των άλλων, σε μια ζωή που είχε ήδη σχεδιαστεί για μένα πριν προλάβω να τη ζήσω.

Έφυγα. Κι εκείνη έμεινε, όχι με τρόπο θορυβώδη ή απαιτητικό, αλλά σαν μια ήσυχη παρουσία μέσα μου. Ήταν εκεί όταν πονούσα, με διακριτικό τρόπο. Ήταν εκεί όταν γελούσα, σαν σκιά πίσω από το φως. Ήταν εκεί ακόμα κι όταν πήρα την απόφαση να απομακρυνθώ, σαν μια τελευταία ματιά που δεν αντάλλαξα ποτέ.

Αργότερα, ερωτεύτηκα τη γυναίκα μου. Με έναν τρόπο διαφορετικό. Χτίσαμε μαζί μια ζωή. Παιδιά. Ένα σπίτι. Μνήμες. Και σήμερα έχω εγγόνια που τα αγαπώ με μια αγάπη που δεν περιγράφεται, γιατί μέσα τους βλέπω τη συνέχεια, μια δικαίωση της ύπαρξής μου.

Κι όμως… υπάρχει μέσα μου ένας τόπος που δεν φωτίστηκε ποτέ.
Ένα τραύμα που δεν ειπώθηκε.
Ένα κομμάτι μου που έμεινε πίσω.

Κανείς δεν το γνωρίζει. Έμαθα να το κουβαλώ σιωπηλά. Να ζω με αυτό, όχι εναντίον του. Ίσως γι’ αυτό λέω πως η ζωή μου είναι ένας μικρός, προσωπικός Γολγοθάς. Όχι γιατί δεν είχα χαρές, είχα, και πολλές. Αλλά γιατί πάντα υπήρχε εκείνο το «αν», εκείνο το «ίσως», εκείνο το «τι θα γινόταν αν είχα μείνει».

Είμαι σε μια σχέση όπου δεν αγαπιέμαι ακριβώς για αυτό που είμαι.
Αλλά έμεινα.
Όχι από αδυναμία — όπως ίσως θα νόμιζαν κάποιοι — αλλά από επιλογή.

Γιατί κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως η ζωή δεν είναι μόνο αυτά που δεν έζησες. Είναι και αυτά που κράτησες όρθια. Είναι οι άνθρωποι που στηρίζονται πάνω σου. Είναι οι ευθύνες που έγιναν αγάπη, έστω και αλλιώς από ό,τι την ονειρεύτηκες.

Η θεραπεία μου δεν είναι να αλλάξω τη ζωή μου.
Είναι να τη δεχτώ.

Να συμφιλιωθώ με ό,τι έγινε και με ό,τι δεν έγινε. Να κοιτάξω πίσω χωρίς πίκρα, και μπροστά χωρίς ψευδαισθήσεις. Να επιτρέψω στον εαυτό μου να πονάει, αλλά και να συνεχίζει.

Και αν η φωνή μου μπορεί να φτάσει κάπου,
ας είναι μια ήσυχη συντροφιά για όλους εκείνους που έμειναν.
Όχι γιατί δεν μπορούσαν να φύγουν, αλλά γιατί επέλεξαν να αντέξουν.
Για όλους εκείνους που κουβαλούν μια αγάπη μέσα τους που δεν έζησαν ποτέ μέχρι το τέλος.
Για όλους εκείνους που έμαθαν να ζουν με την έλλειψη χωρίς να χάνουν την ανθρωπιά τους.

Δεν είναι όλες οι ζωές θριαμβευτικές.
Κάποιες είναι απλώς αληθινές.

Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι αρκετό.

Αγγελική Μπολουδάκη

02/04/2026

Στο γραφείο μου, μια νέα γυναίκα έβαλε σε λέξεις κάτι που ένιωθε καιρό.

«Θέλω πλέον να κάνω έρωτα… όχι απλώς σεξ».

Δεν το άκουσα απλώς σαν μια φράση.
Το άκουσα σαν βίωμα.

Σαν κάτι που είχε κουραστεί να αντέχει.
Σαν κάτι που της είχε λείψει.

Ως ειδικός της ψυχικής υγείας, έχω μάθει να προσέχω όχι μόνο τις λέξεις,
αλλά το συναίσθημα που τις συνοδεύει.
Και πίσω από τα δικά της λόγια, δεν υπήρχε απλώς μια επιθυμία.
Υπήρχε μια βαθιά, σιωπηλή ανάγκη.

Η ανάγκη να μην είναι απλώς ένα σώμα μέσα σε μια στιγμή.
Να μην χαθεί σε μια πράξη που τελειώνει γρήγορα,
αφήνοντας πίσω της εκείνο το γνώριμο κενό…
εκείνη τη σιωπή που πονάει λίγο περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμαστε.

Υπάρχουν στιγμές που δύο σώματα συναντιούνται.
Αγγίζονται, ενώνονται, μοιράζονται την ίδια ανάσα για λίγο.
Τ ο σεξ είναι μια πράξη ανθρώπινη, φυσική, σχεδόν ενστικτώδης.
Μπορεί να είναι όμορφη, έντονη, αληθινή με τον δικό της τρόπο.

Και όμως… πολλές φορές, όταν όλα τελειώνουν,
μένει κάτι ανολοκλήρωτο.
Όχι στο σώμα — στην ψυχή.

Μένει η αίσθηση ότι ήσουν εκεί… αλλά δεν σε είδε κανείς πραγματικά.

Και υπάρχουν και άλλες στιγμές.

Στιγμές που δεν ξεκινούν από το σώμα, αλλά από το βλέμμα.
Από εκείνο το βλέμμα που δεν βιάζεται.
Που σε συναντά πριν σε αγγίξει.
Που δεν σε «θέλει» απλώς — σε αναγνωρίζει.

Από ένα άγγιγμα που δεν εισβάλλει, αλλά πλησιάζει.
Που δεν παίρνει, αλλά προσφέρει.
Που δεν ζητά να αποδείξεις τίποτα.
Που σου επιτρέπει να υπάρξεις… χωρίς φόβο.

Εκεί αρχίζει ο έρωτας.

Όχι στην ένταση της πράξης,
αλλά στην ποιότητα της παρουσίας.

Είναι όταν δεν προσπαθείς να εντυπωσιάσεις, αλλά να αφεθείς.
Όταν δεν νιώθεις ότι πρέπει να είσαι «αρκετή»,
γιατί απλώς… είσαι.

Όταν το άγγιγμα δεν είναι μόνο επιθυμία,
αλλά φροντίδα.
Όταν δεν νιώθεις εκτεθειμένη,
αλλά ασφαλής.

Το σεξ μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ζωντανός για μια στιγμή.
Αλλά ο έρωτας…
σε κάνει να νιώσεις ότι αξίζεις να σε αγαπήσουν χωρίς να μικρύνεις τον εαυτό σου.

Και ίσως τελικά, η διαφορά δεν βρίσκεται σε αυτό που κάνουν δύο άνθρωποι με τα σώματά τους,
αλλά σε αυτό που συμβαίνει στις σιωπές τους.

Στον τρόπο που μένουν.
Στον τρόπο που σε κρατούν — όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή.
Στον τρόπο που φεύγουν… χωρίς να σε αδειάζουν.

Γιατί το σώμα μπορεί να ξεχάσει.
Αλλά η αίσθηση ότι κάποιος σε είδε πραγματικά…

μένει.

Και ίσως αυτό είναι που πολλές γυναίκες δεν ζητούν δυνατά
αλλά το κουβαλούν μέσα τους.

Να τις αγγίξει κάποιος…
χωρίς να τις πληγώσει.

Να τις θελήσει…
χωρίς να τις χρησιμοποιήσει.

Να τις δει…
χωρίς να χρειαστεί να αποδείξουν τίποτα.

Και ίσως για κάποιες, αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς σημαντική.

Είναι βαθιά… θεραπευτική.

Αγγελική Μπολουδάκη

02/04/2026

Υπάρχει μια σιωπηλή πίεση που κουβαλάμε πολλοί από εμάς στις σχέσεις μας: η ανάγκη να γίνουμε «αυτό που έλειψε».

Να είμαστε ο τέλειος φίλος, ο πάντα διαθέσιμος σύντροφος, ο άνθρωπος που δεν θα απογοητεύσει ποτέ. Να πούμε τα σωστά λόγια, την κατάλληλη στιγμή. Να μη χάσουμε καμία λεπτομέρεια. Να προλάβουμε την ανάγκη πριν καν ειπωθεί.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε δεν αφορά μόνο τον άλλον. Είναι μια βαθιά, σχεδόν αόρατη προσπάθεια να διορθώσουμε κάτι παλιό. Να δώσουμε, επιτέλους, αυτό που κάποτε δεν πήραμε. Να αποδείξουμε —ίσως και στον εαυτό μας— ότι μπορούμε να υπάρξουμε αλλιώς.

Τι αρνούμαστε να δούμε και να νιώσουμε;

Αυτό που συχνά αρνούμαστε να δούμε είναι ότι κάτω από αυτή την υπερπροσπάθεια δεν υπάρχει μόνο αγάπη, υπάρχει και φόβος.

Ο φόβος μήπως ο άλλος νιώσει αυτό που νιώσαμε εμείς.
Ο φόβος μήπως δεν είμαστε αρκετοί.
Ο φόβος μήπως, αν δεν τα κάνουμε όλα σωστά, επαναληφθεί η ίδια παλιά εγκατάλειψη, η ίδια έλλειψη, η ίδια σιωπή.

Και αυτό που αρνούμαστε να νιώσουμε είναι συνήθως πολύ πιο παλιό και πολύ πιο ευάλωτο: τη λύπη για όσα δεν πήραμε, τον θυμό για όσα μας έλειψαν, το παράπονο που δεν βρήκε ποτέ χώρο να ειπωθεί, την αίσθηση ότι κάποτε μείναμε μόνοι με μια ανάγκη που ήταν πολύ μεγάλη για την ηλικία μας.

Αντί να τα πενθήσουμε, προσπαθούμε να τα διορθώσουμε.
Αντί να τα αισθανθούμε, τα μετατρέπουμε σε ρόλο.
Γινόμαστε αυτοί που προσφέρουν, που αντέχουν, που προβλέπουν, που δεν ζητούν πολλά, που είναι πάντα εκεί.

Γιατί είναι συχνά πιο εύκολο να είσαι ο δυνατός παρά ο πληγωμένος.
Πιο εύκολο να φροντίζεις παρά να παραδεχτείς ότι κάποτε δεν φροντίστηκες όπως είχες ανάγκη.
Πιο εύκολο να γίνεις απαραίτητος παρά να σταθείς απέναντι στο παλιό αίσθημα ότι ίσως κάποτε δεν ήσουν αρκετά σημαντικός για να σε δουν πραγματικά.

Και ίσως το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι να δούμε ότι η τελειοθηρία δεν είναι μόνο αρετή.
Είναι καμιά φορά άμυνα.
Μια άμυνα απέναντι στον πόνο, στην έλλειψη, στην πιθανότητα να ξανασυναντήσουμε μέσα μας εκείνα τα κομμάτια που ακόμα πονάνε.

Οπότε αυτό που αρνούμαστε να δούμε δεν είναι απλώς μια αδυναμία.
Είναι η παλιά μας πληγή.
Και αυτό που αρνούμαστε να νιώσουμε δεν είναι απλώς στενοχώρια.
Είναι το πένθος για αυτό που δεν υπήρξε.

Μόνο που από τη στιγμή που αρχίζουμε να το βλέπουμε, κάτι μαλακώνει.
Δεν χρειάζεται πια να αποδείξουμε την αξία μας μέσα από την τελειότητα.
Δεν χρειάζεται να σώσουμε κανέναν για να δικαιώσουμε το δικό μας παρελθόν.
Μπορούμε, σιγά σιγά, να σταθούμε και δίπλα στον άλλον και δίπλα στον εαυτό μας με περισσότερη αλήθεια.

Γιατί καμιά φορά η πιο βαθιά ωριμότητα δεν είναι να γίνεις αυτό που έλειψε.
Είναι να αντέξεις να πεις:
«Ναι, αυτό μου έλειψε. Και πόνεσε.»

Αγγελική Μπολουδάκη

Address

Κορωναίου 10
Chaniá
73136

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Αγγελική Μπολουδάκη posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Practice

Send a message to Αγγελική Μπολουδάκη:

Share

Share on Facebook Share on Twitter Share on LinkedIn
Share on Pinterest Share on Reddit Share via Email
Share on WhatsApp Share on Instagram Share on Telegram