26/01/2026
Χθες το μεσημέρι κατέβηκα στο σπίτι της μητέρας μου. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, όπως συνήθως. Δεν της έδινα ιδιαίτερη σημασία, μέχρι που άκουσα μια αναφορά στην οικογένεια Μπέκαμ. Μιλούσαν για την απόφαση του γιου τους να κρατήσει απόσταση από τους γονείς του, μια απόφαση που, όπως ειπώθηκε, είχαν πάρει και εκείνοι με τη σειρά τους. Στάθηκα. Όχι τόσο στην οικογένεια αυτή καθαυτή, όσο σε αυτό που ξύπνησε μέσα μου η είδηση.
Πόσο αμυντικούς μπορεί να μας κάνει ο πόνος, σκέφτηκα. Πόσο κλειστούς. Πόσο φοβισμένους.
Ο πόνος σπάνια εμφανίζεται ως έχει. Συνήθως μεταμφιέζεται σε θυμό, σε απόσταση, σε έλεγχο. Μας πείθει ότι αν δεν προστατευτούμε, θα πληγωθούμε ξανά. Και έτσι, αντί να πλησιάζουμε, απομακρυνόμαστε. Όχι επειδή δεν αγαπάμε, αλλά επειδή φοβόμαστε.
Όταν ο πρωτότοκος γιος μου ήταν δύο ετών, η λέξη που του άρεσε να επαναλαμβάνει ήταν το «όχι». Ένα «όχι» πεισματάρικο, σχεδόν θριαμβευτικό. Τότε το έβρισκα χαριτωμένο. Στην εφηβεία, όμως, αυτό το «όχι» κορυφώθηκε πανηγυρικά. Έγινε σύγκρουση, έγινε ένταση, έγινε καθρέφτης των δικών μου φόβων.
Ήθελα να διαβάζει, να προσέχει, να γυρίζει νωρίς. Ήθελα να είναι ασφαλής, να είναι καλά. Κι εκείνος ήθελε να αυτονομηθεί.
Μετά από μια μεγάλη ένταση μεταξύ μας, από εκείνες που αφήνουν το σώμα κουρασμένο και τη σιωπή βαριά, με πλησίασε και μου είπε:
«Μάνα, πάμε να με βοηθήσεις να αγοράσω μια μπλούζα;»
Εκείνη τη στιγμή έχασα το χρώμα μου. Ο νους μου πήγε αμέσως στο χειρότερο. Η αναμενόμενη αντίδρασή του, μετά από όσα είχαν προηγηθεί, θα ήταν είτε να κλειστεί στο δωμάτιό του είτε να βγει έξω. Φοβήθηκα ότι έπαθε κάτι. Ότι λύγισε από την πίεση. Από τα πρέπει μου, από τις απαιτήσεις μου, από την αγωνία μου να τον δω «στον σωστό δρόμο».
Στον δρόμο ήμουν αμίλητη. Έξω η πόλη συνέχιζε κανονικά. Μέσα μου, όμως, μια καταιγίδα. Σκέψεις, σενάρια, φόβοι. Ήμουν βέβαιη πως κάτι σοβαρό συνέβαινε.
Μπήκαμε στο μαγαζί. Περιέγραψε τι ήθελε και η υπάλληλος μας έφερε δύο μπλούζες.
«Ποια σου αρέσει;» με ρώτησε.
«Αυτή η κόκκινη», απάντησα αγχωμένα, σχεδόν αυτόματα.
«Ωραία», μου είπε. Και γυρίζοντας προς την υπάλληλο, ξεστόμισε τη φράση που έκανε το χρώμα μου να επανέλθει:
«Θα πάρω την μαύρη».
Εκεί, μέσα σε αυτή τη μικρή, ασήμαντη –φαινομενικά– στιγμή, κατάλαβα πολλά. Δεν με απέρριπτε. Δεν μου επιτιθόταν. Δεν απομακρυνόταν. Δήλωνε απλώς τον εαυτό του. Το δικό του «όχι», ειπωμένο ήρεμα, καθαρά, χωρίς θυμό. Κι εγώ συνειδητοποίησα πως αυτό που με τρόμαζε δεν ήταν η επιλογή του, αλλά η απώλεια του ελέγχου. Ο φόβος ότι δεν χωράω πια όλες τις εκδοχές του.
Αν δεν χωράμε την αντίδραση του παιδιού μας, σημαίνει ότι ο πόνος είναι εκείνος που κάνει διάλογο στο μυαλό μας. Κι εκεί, συνήθως, πιάνει το χέρι του φόβου. Και τότε μένουμε μόνοι μας. Όχι επειδή μας εγκατέλειψαν, αλλά επειδή κλειστήκαμε.
Δεν υπάρχουν ιδανικές σχέσεις γονιών και παιδιών. Υπάρχουν σχέσεις αληθινές. Σχέσεις που δοκιμάζονται, που πληγώνονται, που απομακρύνονται και –αν υπάρξει χώρος– ξανασυναντιούνται. Υπάρχουν σχέσεις που δουλεύονται. Σχέσεις που απαιτούν να δούμε πρώτα τον δικό μας πόνο, πριν ερμηνεύσουμε τη στάση του παιδιού μας ως απόρριψη.
Και βέβαια, όταν τα παιδιά μας μεγαλώνουν και γίνονται ενήλικες, η σχέση αλλάζει. Δεν βασίζεται πια στην εξάρτηση, αλλά στη συνάντηση. Χτίζεται με υλικά την αγάπη και τα όρια –από τις δύο πλευρές. Με σεβασμό στην αυτονομία και με την ευθύνη της παρουσίας. Με το θάρρος να μένουμε κοντά χωρίς να ελέγχουμε και να οριοθετούμε χωρίς να αποσύρουμε την καρδιά μας.
Το παράδειγμα αυτό δεν αφορά καμία συγκεκριμένη οικογένεια. Αφορά κάθε οικογένεια που επιλέγει να δει τις δυσκολίες όχι ως ρήξη, αλλά ως πρόσκληση για επικοινωνία και σύνδεση. Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση της γονεϊκότητας να μην είναι να κρατήσουμε τα παιδιά μας κοντά, αλλά να αντέξουμε την αυτονομία τους χωρίς να τη μεταφράζουμε ως απώλεια. Και μέσα σε αυτή την αντοχή, να βρίσκουμε ξανά και ξανά τον τρόπο να συναντιόμαστε.
Αγγελική Μπολουδάκη