29/12/2025
Είδα την ταινία Καποδίστριας. Δεν θα μείνω σε ό,τι αφορά τη σκηνοθεσία και το σενάριο, γιατί όσα διάβασα τα θεωρώ μίζερα και δεν θέλω να συμβάλω σε αυτήν τη μιζέρια. Προσπέρασα τις αδυναμίες και τις δικαιολόγησα, κατανοώντας ότι δεν έλαβε καμία κρατική υποστήριξη, αλλά και την πρόθεσή του να αναδείξει έναν πατριώτη, έναν άνθρωπο που αγαπούσε βαθιά την πατρίδα του. Προσπάθησε να αναδείξει ίσως τον μοναδικό πολιτικό που αγάπησε την Ελλάδα πιο πάνω από τον εαυτό του.
Το τι ακολούθησε σε ό,τι αφορά την πολιτική και τους πολιτικούς μετά, το γνωρίζουμε και το έχουμε βιώσει όλοι. Όμως η ταινία ανέδειξε και κάτι ακόμη, εξίσου σκληρό και αληθινό: την πλευρά των ανθρώπων που ό,τι δεν αντέχουν να κατανοήσουν, το υποτιμούν — και ό,τι δεν μπορούν να υποτιμήσουν, προσπαθούν να το καταστρέψουν.
Ξέρετε τι μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση; Ο πόνος αυτού του ανθρώπου. Ο πόνος ενός ηγέτη που, παρά το ότι δεν εκτιμήθηκε, παρά το ότι πολεμήθηκε και λοιδορήθηκε, επέμενε στο όνειρό του να δει τη χώρα που αγαπούσε μεγάλη και τρανή, αντάξια της ιστορίας και της ψυχής της. Ένας πόνος σιωπηλός, αξιοπρεπής, που δεν μετατράπηκε ποτέ σε μίσος ή εκδίκηση, αλλά έμεινε πίστη και προσφορά.
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε την εκτίμηση της Ρωσίας, της Ελβετίας — χωρών που ακολούθησαν το πρόγραμμά του και σώθηκαν, οργανώθηκαν, προόδευσαν. Κι όμως, εκείνος επέλεξε να σταθεί εδώ. Να παλέψει με ανθρώπους μικρούς μπροστά στο μέγεθος του οράματός του. Ανθρώπους που δεν άντεχαν την καθαρότητά του, γιατί φώτιζε τη δική τους σκοτεινιά. Που δεν άντεχαν την ακεραιότητά του, γιατί αποκάλυπτε τη δική τους ιδιοτέλεια. Έτσι, αντί να τον ακολουθήσουν, τον πολέμησαν. Αντί να τον κατανοήσουν, τον υποτίμησαν. Κι όταν δεν μπόρεσαν πια να τον υποτιμήσουν, τον κατέστρεψαν.
Αυτή είναι και η πλευρά πολλών ανθρώπων. Ό,τι δεν αντέχουν, το υποτιμούν για να το μικρύνουν στα μέτρα τους κι όταν αποτυγχάνουν, προσπαθούν να το εξαφανίσουν. Γιατί το φως δεν συγχωρείται εύκολα από όσους έχουν μάθει να ζουν στο μισοσκόταδο. Το παράδειγμα ενοχλεί περισσότερο από κάθε κατηγορία, γιατί δεν αφήνει χώρο για δικαιολογίες. Σε αναγκάζει είτε να ανέβεις είτε να αποκαλυφθείς. Κι όσοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να ανέβουν, επιλέγουν να ρίξουν κάτω αυτόν που στέκεται ψηλότερα.
Κι εκεί γεννήθηκε μέσα μου το αναπόφευκτο ερώτημα: αν οι πολιτικοί μας, από τότε μέχρι σήμερα, έμοιαζαν έστω και στο ελάχιστο με αυτόν τον άνθρωπο, πώς θα ήταν η χώρα μας; Πόσο διαφορετική θα ήταν; Αν υπήρχε έστω λίγη από τη δική του ανιδιοτέλεια, τη δική του ακεραιότητα, τη δική του αίσθηση καθήκοντος, πόσα λάθη θα είχαν αποφευχθεί; Πόσες πληγές δεν θα είχαν ανοίξει;
Εγώ πιστεύω πολύ. Πιστεύω ότι η Ελλάδα θα ήταν μια χώρα πιο δίκαιη, πιο σοβαρή, πιο ενωμένη. Μια χώρα που δεν θα φοβόταν τους άξιους, που δεν θα τους πολεμούσε, που δεν θα προσπαθούσε να τους «κοντύνει» για να χωρέσουν στη μετριότητα. Μια χώρα που θα μάθαινε να σέβεται εκείνους που την αγαπούν πραγματικά.
Ίσως τελικά ο Καποδίστριας να μην ανήκει μόνο στο παρελθόν. Ίσως να είναι το μέτρο της σύγκρισης που πονά, αλλά και η υπενθύμιση που έχουμε ανάγκη. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που συγκινούνται από την ιστορία του, όσο υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν ότι το φως συχνά πολεμιέται από το σκοτάδι, υπάρχει ακόμη ελπίδα. Να μάθουμε να μην καταστρέφουμε ό,τι δεν αντέχουμε, αλλά να το ακολουθούμε. Να το τιμούμε. Να το γινόμαστε.
Αγγελική Μπολουδάκη