Αγγελική Μπολουδάκη

Αγγελική Μπολουδάκη Ψυχοθεραπεία, Συμβουλευτική.
Οι συνεδρίες πραγματοποι

28/01/2026

Τα άτομα υψηλής ευαισθησίας (Highly Sensitive Persons – HSP) έχουν ένα νευρικό σύστημα που επεξεργάζεται τα ερεθίσματα πιο βαθιά και έντονα. Δεν πρόκειται για διαταραχή ή αδυναμία, αλλά για χαρακτηριστικό προσωπικότητας. Μερικά βασικά γνωρίσματα είναι:

Συναισθηματικά & ψυχολογικά

Νιώθουν τα συναισθήματα πολύ έντονα, τόσο τα δικά τους όσο και των άλλων

Έχουν υψηλή ενσυναίσθηση και “πιάνουν” εύκολα τη διάθεση στον χώρο

Επηρεάζονται βαθιά από τέχνη, μουσική, φύση

Τείνουν να σκέφτονται και να αναλύουν τα πράγματα σε βάθος

Αισθητηριακά

Υπερευαισθησία σε δυνατούς ήχους, έντονα φώτα, μυρωδιές ή υφές

Κουράζονται πιο εύκολα σε πολυσύχναστα ή χαοτικά περιβάλλοντα

Παρατηρούν λεπτομέρειες που άλλοι αγνοούν

Σχέσεις & κοινωνικότητα

Είναι συχνά πολύ δοτικοί και προσεκτικοί με τους άλλους

Μπορεί να πληγώνονται εύκολα από κριτική ή ένταση

Προτιμούν βαθιές σχέσεις αντί για επιφανειακές

Χρειάζονται χρόνο μόνοι τους για να “φορτίσουν μπαταρίες”

Δυνατά σημεία

Δημιουργικότητα και φαντασία

Ειλικρίνεια, καλοσύνη, συνείδηση

Ικανότητα βαθιάς κατανόησης ανθρώπων και καταστάσεων

Προκλήσεις

Υπερδιέγερση και άγχος

Δυσκολία στο να θέτουν όρια

Αυτοκριτική και τελειομανία

Υπολογίζεται ότι περίπου 15–20% των ανθρώπων είναι υψηλής ευαισθησίας.

Αγγελική Μπολουδάκη

28/01/2026

Αν διαβάζεις αυτό το κείμενο και αναγνωρίζεις μέσα του κομμάτια του εαυτού σου, να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος/η. Υπολογίζεται ότι περίπου 15–20% των ανθρώπων είναι υψηλής ευαισθησίας. Η υψηλή ευαισθησία δεν είναι κάτι που χρειάζεται να κρυφτεί ή να διορθωθεί, αλλά κάτι που αξίζει να κατανοηθεί και να τιμηθεί.

Τα άτομα υψηλής ευαισθησίας διαθέτουν μια σπάνια ικανότητα βαθιάς επεξεργασίας του κόσμου γύρω τους. Νιώθουν έντονα, παρατηρούν λεπτομέρειες που άλλοι προσπερνούν και συνδέονται ουσιαστικά με ανθρώπους, εμπειρίες και συναισθήματα. Ακριβώς επειδή αυτή η ευαισθησία είναι δύναμη, χρειάζεται και φροντίδα. Το πρώτο και πιο ουσιαστικό που καλούνται να προσέξουν είναι να αναγνωρίζουν τα όριά τους. Η υπερδιέγερση από ήχους, εικόνες, κοινωνικές απαιτήσεις ή συναισθηματική ένταση δεν είναι αδυναμία, αλλά ένδειξη ότι το σύστημά τους χρειάζεται προστασία.

Είναι σημαντικό να επιτρέπουν στον εαυτό τους τον χρόνο μοναχικότητας που χρειάζεται για να επαναφορτιστεί. Η ανάγκη για ησυχία, φύση ή εσωτερική επεξεργασία δεν αποτελεί απόσυρση από τη ζωή, αλλά τρόπο να επιστρέφουν σε αυτήν πιο παρόντες και γειωμένοι. Παράλληλα, καλούνται να μάθουν να θέτουν όρια στις σχέσεις τους. Επειδή είναι δοτικοί, ενσυναισθητικοί και συχνά βάζουν τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές τους, υπάρχει ο κίνδυνος να εξαντληθούν συναισθηματικά. Η φροντίδα του εαυτού τους δεν μειώνει την καλοσύνη τους, τη διατηρεί ζωντανή.

Τα άτομα υψηλής ευαισθησίας χρειάζεται επίσης να προσέχουν τον εσωτερικό τους διάλογο. Η τάση για βαθιά σκέψη και αυτοκριτική μπορεί να μετατραπεί σε πίεση ή τελειομανία. Όταν, όμως, αντικαθιστούν την αυστηρότητα με κατανόηση, η ευαισθησία τους γίνεται πηγή σοφίας και όχι βάρος.

Το να μαθαίνουν να διακρίνουν πότε ένα συναίσθημα ανήκει σε εκείνους και πότε το «απορροφούν» από το περιβάλλον είναι ένα ακόμη σημαντικό βήμα προς την ψυχική τους ισορροπία. Αν κάποιος κοντά τους είναι αγχωμένος ή λυπημένος, μπορεί να νιώσουν εκείνοι την ανησυχία ή τη λύπη σαν δική τους, ακόμη κι αν η αιτία δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή τους.

Όταν τα άτομα υψηλής ευαισθησίας τιμούν τη φύση τους αντί να την πολεμούν, η αξία τους αναδεικνύεται πλήρως. Η δημιουργικότητα, η ενσυναίσθηση, η βαθιά κατανόηση των ανθρώπων και η ικανότητά τους να φέρνουν νόημα και ανθρωπιά στις σχέσεις είναι πολύτιμα στοιχεία για κάθε κοινωνία. Δεν χρειάζεται να γίνουν λιγότερο ευαίσθητοι, χρειάζεται να γίνουν περισσότερο σύμμαχοι του εαυτού τους. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμή τους.

Η ευαισθησία σου δεν είναι υπερβολή· είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι ο τρόπος που αγαπάς, που καταλαβαίνεις, που συνδέεσαι και που δίνεις νόημα στον κόσμο γύρω σου. Αν ανήκεις στα άτομα υψηλής ευαισθησίας, αξίζεις φροντίδα, σεβασμό και χώρο — πρώτα απ’ όλα από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Αγγελική Μπολουδάκη

28/01/2026

Τα άτομα υψηλής ευαισθησίας (Highly Sensitive Persons – HSP) αποτελούν μια διακριτική αλλά ουσιαστική παρουσία μέσα στην κοινωνία. Αντιλαμβάνονται τον κόσμο με βάθος, καθώς το νευρικό τους σύστημα επεξεργάζεται τα ερεθίσματα πιο προσεκτικά και ολοκληρωμένα. Παρατηρούν λεπτομέρειες που συχνά περνούν απαρατήρητες, επηρεάζονται έντονα από το περιβάλλον τους και βιώνουν τα συναισθήματα —δικά τους και των άλλων— με μεγάλη ένταση. Αυτή η βαθιά επεξεργασία δεν είναι βάρος, είναι πηγή κατανόησης, σοφίας και ουσιαστικής σύνδεσης με τη ζωή.

Η υψηλή τους ενσυναίσθηση τα καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητα στις ανάγκες και τις διαθέσεις των ανθρώπων γύρω τους. Συχνά «αισθάνονται» πριν καν ειπωθούν τα λόγια, λειτουργώντας με καλοσύνη, διακριτικότητα και αυθεντική φροντίδα. Αν και μπορεί να κουράζονται από την υπερδιέγερση, τον θόρυβο ή την ένταση, αναζητούν και καλλιεργούν βαθιές, ουσιαστικές σχέσεις, όπου η ειλικρίνεια και η συναισθηματική ασφάλεια έχουν κεντρική θέση. Η ανάγκη τους για χρόνο μοναχικότητας δεν είναι απόσυρση, αλλά τρόπος επαναφόρτισης και αυτοφροντίδας.

Παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν —όπως η αυξημένη ευαλωτότητα στην κριτική ή η τάση για αυτοκριτική— τα άτομα υψηλής ευαισθησίας διαθέτουν σπάνια χαρίσματα: δημιουργικότητα, φαντασία, ηθική συνείδηση και βαθιά αγάπη για την ομορφιά, τη φύση και την ανθρώπινη σύνδεση. Όταν η ευαισθησία τους αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτή, μετατρέπεται σε δύναμη. Δεν είναι αδυναμία να νιώθεις βαθιά, είναι θάρρος. Και σε έναν κόσμο που συχνά κινείται γρήγορα και επιφανειακά, η παρουσία ανθρώπων που φέρνουν βάθος, νόημα και ανθρωπιά είναι ανεκτίμητη.

Αγγελική Μπολουδάκη

27/01/2026

Όσο αφορά το γεγονός στο εργοστάσιο Βιολάντα, προσωπικά δεν μπορώ να δω τέτοια γεγονότα μόνο ως “ειδήσεις”.
Τα βλέπω μέσα από τον φόβο που γεννιέται, το σοκ που παγώνει τον χρόνο, το τραύμα που μένει — όχι μόνο σε όσους το έζησαν άμεσα, αλλά και στις οικογένειές τους, στους συναδέλφους τους, σε μια ολόκληρη κοινότητα.

Η ψυχική υγεία δεν αφορά μόνο όσα συμβαίνουν μέσα μας, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο εργαζόμαστε και ζούμε. Η ασφάλεια, η πρόληψη και ο σεβασμός στον άνθρωπο δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες, είναι βασικοί όροι ψυχικής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είναι ευθύνη ουσιαστική και καθημερινή. Οφείλουμε να κοιτάξουμε κατάματα ό,τι συνέβη, να αναζητήσουμε την αλήθεια και να διασφαλίσουμε ότι τέτοιες στιγμές δεν θα επαναληφθούν. Η απόδοση ευθυνών και η ουσιαστική πρόληψη είναι ο μόνος δρόμος για να μη ζήσουμε ξανά παρόμοιες στιγμές.

Η ανάληψη ευθύνης δεν είναι πράξη επίρριψης, αλλά πράξη φροντίδας. Είναι ο τρόπος να πούμε ότι η ανθρώπινη ζωή μετράει, ότι ο πόνος δεν αγνοείται και ότι η επόμενη μέρα οφείλει να είναι πιο ασφαλής, πιο συνειδητή, πιο ανθρώπινη.

Η σκέψη μου είναι σε όλους όσοι επηρεάστηκαν — και η ελπίδα μου στο να μάθουμε, να προστατεύσουμε και να μην συνηθίσουμε το τραύμα.

27/01/2026

Υπήρχε κάποτε ένα σπίτι στην άκρη ενός δρόμου.
Δεν ήταν ερείπιο, οι τοίχοι του στέκονταν ακόμη, η σκεπή δεν είχε πέσει.
Όμως μέσα του έκανε πάντα κρύο.

Κάποιος περνούσε συχνά από εκεί και, βλέποντας το φως αναμμένο στο παράθυρο, πίστεψε ότι το σπίτι κατοικούνταν.
Έτσι άρχισε να μπαίνει.
Στην αρχή άναβε τη σόμπα, «μέχρι να ζεσταθεί».
Ύστερα έκλεινε τα παντζούρια, «για να μην μπαίνει ο αέρας».
Καθάριζε τη σκόνη, στερέωνε μια χαλαρή σανίδα, έφερνε ξύλα.

Δεν του πέρασε από το μυαλό ότι ίσως δεν έμενε κανείς εκεί.
Ή, αν έμενε, ίσως δεν μπορούσε — ή δεν ήθελε — να φροντίσει το ίδιο το σπίτι.

Όσο περισσότερο φρόντιζε, τόσο πιο απαραίτητος ένιωθε.
Και όσο πιο απαραίτητος γινόταν, τόσο λιγότερο ρωτούσε.
Το φως παρέμενε αναμμένο. Αυτό του αρκούσε.

Κάποια νύχτα, κουρασμένος, δεν άναψε τη σόμπα.
Κάθισε στο πάτωμα και περίμενε.
Το σπίτι δεν ζεστάθηκε.
Το φως έμεινε ίδιο, αδιάφορο.

Τότε κατάλαβε κάτι που δεν είχε τολμήσει να σκεφτεί:
δεν ήταν επισκέπτης.
Ήταν ο μηχανισμός θέρμανσης.

Δεν βρισκόταν εκεί ως άνθρωπος που συναντά έναν άλλον.
Δεν υπήρχε ως πρόσωπο με ανάγκες, όρια, κόπωση.
Υπήρχε ως λειτουργία.

Δεν τον περίμεναν για να μοιραστούν.
Τον χρειάζονταν για να κρατήσει κάτι ζωντανό

Και ένα σπίτι που υπάρχει μόνο όσο κάποιος το ζεσταίνει
δεν είναι τόπος συνάντησης.
Είναι ένας ρόλος.

Την επόμενη φορά που έφτασε στον δρόμο, στάθηκε απέναντι.
Το φως ήταν ακόμη αναμμένο.
Αλλά δεν μπήκε.

Δεν έσβησε το φως.
Δεν κατηγόρησε το σπίτι.
Απλώς αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να ζήσει εκεί μέσα χωρίς να παγώνει.

Και φεύγοντας, ένιωσε κάτι παράξενο:
όχι ελαφρότητα, όχι χαρά —
αλλά χώρο.
Χώρο για ένα σπίτι όπου η ζεστασιά δεν θα εξαρτάται από τη δική του εξάντληση.

Αγγελική Μπολουδάκη

27/01/2026

Υπάρχουν δεσμοί που ζητούν διαρκώς φροντίδα, όχι επειδή είναι ζωντανοί, αλλά επειδή δεν μπορούν να σταθούν μόνοι τους.
Σχέσεις που υπάρχουν μόνο αν κάποιος αναπληρώνει, κατανοεί αντί για τον άλλον, περιμένει αντί για τον άλλον, δικαιολογεί αντί για τον άλλον.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η «φροντίδα» γίνεται μια εκλεπτυσμένη μορφή επιμονής: δεν προστατεύει τη σχέση, την κρατά τεχνητά σε λειτουργία.

Ένας αυθεντικός δεσμός εμπεριέχει πάντα ένα όριο ευθύνης.
Δεν αρκεί το συναίσθημα.
Δεν αρκεί ο πόνος.
Δεν αρκεί ούτε η κοινή ιστορία.
Χρειάζεται η ικανότητα να αναλαμβάνει κανείς τη σχέση: να είναι παρών, να απαντά, να εκτίθεται, να αντέχει το βάρος των συνεπειών.
Όταν αυτή η ανάληψη ευθύνης λείπει, ο δεσμός δεν είναι απλώς εύθραυστος, είναι ανολοκλήρωτος.

Συχνά συγχέουμε την αγάπη με την επιδιόρθωση.
Μένουμε όχι επειδή ο άλλος μας συναντά, αλλά επειδή τον φανταζόμαστε πληγωμένο, μπλοκαρισμένο, ανίκανο.
Μπερδεύουμε τη λύπηση με το βάθος, την αντοχή με την πίστη, την παραίτηση από τον εαυτό με την ωριμότητα.

Όμως ένας δεσμός που επιβιώνει μόνο χάρη στην παραίτηση του ενός δεν είναι δεσμός, είναι μια μορφή εξαφάνισης.
Και το να φύγει κανείς, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι αποτυχία.
Είναι η αναγνώριση ενός δομικού ορίου: δεν είναι ό,τι μας αγγίζει προορισμένο να γίνει σχέση.
Δεν είναι κάθε πόνος κάτι που πρέπει να θεραπευτεί.

Υπάρχουν πληγές που ζητούν απλώς να μην κατοικηθούν άλλο.

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο, συχνά οδυνηρό, σημείο όπου γίνεται σαφές ότι ο άλλος δεν μπορεί — ή δεν θέλει — να είναι παρών.
Πέρα από αυτό το όριο, η επιμονή δεν είναι αγάπη, είναι άρνηση της πραγματικότητας.
Και η πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, ζητά τον λογαριασμό.

Το να αφήσεις έναν δεσμό που δεν μπορεί να υπάρξει ευθύνη σημαίνει να επιστρέφεις αξιοπρέπεια και στους δύο.
Στον άλλον, που παύει να σύρεται σε έναν ρόλο που δεν μπορεί να στηρίξει.
Και στον εαυτό σου, που σταματά να ζει ως λειτουργία μιας απουσίας.

Γιατί η αγάπη δεν ζητά να σωθεί με κάθε κόστος.
Ζητά παρουσία.
Αμοιβαιότητα.
Ανάληψη ευθύνης.

Και όταν αυτά λείπουν, η πιο ανθρώπινη επιλογή δεν είναι να συνεχίσεις να φροντίζεις.
Είναι να αφήσεις.

Αγγελική Μπολουδάκη

27/01/2026

Ο πόνος δεν ζητά να τον κουβαλήσεις.
Ζητά να τον δεις.

Να σταθείς κοντά του χωρίς να τον βάλεις στην πλάτη σου.
Να τον αναγνωρίσεις χωρίς να τον κάνεις δικό σου.

Το να συναισθάνεσαι τον πόνο του άλλου είναι πράξη αγάπης.
Το να τον κουβαλάς, όμως, είναι πράξη σιωπηλής αυτοεγκατάλειψης.

Ο πόνος έχει ιδιοκτήτη.
Έχει ιστορία, μνήμη, ρίζα.
Δεν θεραπεύεται όταν μετακομίζει σε ξένη καρδιά,
θεραπεύεται όταν επιστρέφει εκεί όπου γεννήθηκε
και κάποιος βρίσκει το κουράγιο να τον αντικρίσει.

Μπορείς να κάθεσαι δίπλα.
Μπορείς να απλώσεις το χέρι.
Μπορείς να πεις: «Σε βλέπω. Σε ακούω.»

Αλλά δεν χρειάζεται να γίνεις το δοχείο του πόνου.
Γιατί τότε δεν ανακουφίζεις — απλώς μεταφέρεις το βάρος.

Η αληθινή φροντίδα δεν είναι να σηκώνεις τον άλλον στους ώμους σου.
Είναι να του θυμίζεις ότι έχει πόδια.
Ότι μπορεί να σταθεί.
Ότι μπορεί, όταν έρθει η ώρα, να περπατήσει μόνος του.

Κράτα την καρδιά σου ανοιχτή.
Κράτα τα όριά σου καθαρά.

Και όταν ο πόνος δεν είναι δικός σου,
άφησέ τον με σεβασμό να επιστρέψει εκεί που ανήκει.

Αυτό δεν είναι απόσταση.
Είναι σοφία.
Και είναι αγάπη που δεν πληγώνει ούτε εσένα ούτε τον άλλον.

Αγγελική Μπολουδάκη

27/01/2026

Να δίνεστε, αλλά να μη διαλύεστε.
Να ανοίγεστε, χωρίς να αδειάζετε από τον εαυτό σας.
Η προσφορά έχει αξία όταν πηγάζει από πληρότητα, όχι όταν είναι αποτέλεσμα εγκατάλειψης του εσωτερικού σας χώρου.

Να αφήνεστε, αλλά να μη χάνετε το κέντρο σας.
Το κέντρο δεν είναι ακαμψία, είναι η εσωτερική σας πυξίδα. Μπορείτε να κινηθείτε, να λυγίσετε, να επηρεαστείτε — αρκεί να ξέρετε πού επιστρέφετε. Η επαφή δεν ζητά αυτοακύρωση, ζητά παρουσία.

Να μπαίνετε στη θέση του άλλου.
Η ενσυναίσθηση είναι γέφυρα, όχι μετακόμιση. Πηγαίνετε να συναντήσετε τον άλλον, ακούστε τον από μέσα, δείτε τον κόσμο με τα μάτια του — αλλά κρατήστε τα πόδια σας στο δικό σας έδαφος. Αν χαθείτε μέσα στον άλλον, δεν υπάρχει πια συνάντηση, υπάρχει σύγχυση.

Η οριοθέτηση δεν είναι απόσταση ψυχρή, είναι πράξη φροντίδας.
Λέει: «Εδώ είμαι εγώ και εκεί είσαι εσύ — και μπορούμε να συναντηθούμε χωρίς να απορροφήσει ο ένας τον άλλον». Τα όρια κάνουν τη σχέση ασφαλή. Χωρίς αυτά, η εγγύτητα γίνεται βάρος και η αγάπη εξάντληση.

Η συνάντηση, από την άλλη, δεν είναι εισβολή.
Είναι κίνηση προς τα έξω με επίγνωση προς τα μέσα. Είναι το «σε βλέπω» χωρίς το «σε χάνω» ή «χάνομαι».

Να θυμάστε:
Δεν χρειάζεται να μικρύνετε για να χωρέσετε σε μια σχέση.
Ούτε να σκληρύνετε για να προστατευτείτε.

Η αληθινή συνάντηση συμβαίνει όταν δύο ολόκληροι άνθρωποι πλησιάζουν — όχι όταν δύο μισοί εξαρτιούνται.

Αγγελική Μπολουδάκη

26/01/2026

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας μικρός κήπος, κρυμμένος μέσα σε ένα δάσος. Στον κήπο αυτό φύτρωναν λουλούδια μοναδικά, αλλά υπήρχε ένα ιδιαίτερο λουλούδι, που ήθελε τόσο πολύ να ανθίσει κι εκείνο. Κάθε μέρα άπλωνε τα φύλλα του προς τον ήλιο, προσπαθώντας να τραβήξει τη ζεστασιά και τη φροντίδα που φαινόταν να υπάρχει μακριά του, πίσω από τα δέντρα.

Το πρόβλημα ήταν ότι τα δέντρα αυτά δεν μπορούσαν να του δώσουν φως, τα κλαδιά τους ήταν βαριά και τα φύλλα τους πυκνά, και το φως του ήλιου δεν έφτανε ποτέ εκεί. Το λουλούδι συνέχιζε όμως να απλώνεται προς αυτά, πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα δεχόταν την αγάπη που ζητούσε.

Μέσα του όμως, το λουλούδι είχε ένα μικρό ριζικό σπέρμα που ήθελε να τραφεί. Αντί να γυρίσει προς τη δική του γη και να αντλήσει από εκεί τη δύναμη που είχε ήδη μέσα του, άφηνε την ενέργειά του να χάνεται προς τα δέντρα που δεν του πρόσφεραν αυτό που χρειαζόταν. Έτσι, τα φύλλα του παρέμεναν αδύναμα, τα χρώματά του μουντά, και η επιθυμία του να ανθίσει πλήρως έμενε ανεκπλήρωτη.

Μια μέρα, μια αλεπού πέρασε από τον κήπο και τον κοίταξε προσεκτικά. «Γιατί ξοδεύεις τόση δύναμη σε αυτά τα δέντρα, όταν η δική σου ρίζα μπορεί να σε θρέψει;» ρώτησε. Το λουλούδι έμεινε σιωπηλό. Η αλεπού συνέχισε: «Μπορείς να αντλήσεις από το χώμα σου, να βρεις το δικό σου φως, και να ανθίσεις όπως μόνο εσύ μπορείς. Κανένα άλλο δέντρο δεν μπορεί να σου δώσει αυτό που έχεις ήδη μέσα σου.»

Το λουλούδι κοίταξε κάτω, στις ρίζες του, και για πρώτη φορά ένιωσε τη δύναμη που είχε ξεχάσει. Σιγά-σιγά γύρισε τα φύλλα του προς τον ήλιο, χωρίς να έχει προσδοκίες από τα δέντρα αλλά και χωρίς να θυμώνει μαζί τους. Και τότε, άρχισε να ανθίζει με τα δικά του μοναδικά, όμορφα χρώματα.

Αφού το λουλούδι επέτρεψε στον εαυτό του να αντλήσει δύναμη από τις δικές του ρίζες και να ανθίσει, η σχέση του με τα δέντρα άλλαξε. Δεν ένιωσε πια θυμό ή απογοήτευση, ένιωσε ηρεμία και αποδέσμευση. Τα δέντρα δεν ήταν πια αντικείμενα προσδοκιών, ήταν απλώς μέρος του τοπίου, ουδέτερα και ήσυχα.

Δεν χρειαζόταν πια την έγκριση των άλλων για να ανθίσει.

Ένιωσε ευγνωμοσύνη, ίσως και για τα διδάγματα που του έδωσαν—ότι υπήρχαν όρια σε ό,τι μπορεί να πάρει από άλλους.

Ένιωσε ελευθερία, γιατί η χαρά του πλέον βασιζόταν στην ίδια του την προσπάθεια και στη συμμετοχή του, και δεν την αναζητούσε έξω από τον εαυτό του.

Αγγελική Μπολουδάκη

26/01/2026

Ο πόνος μας κλείνει. Μας μαζεύει προς τα μέσα, σαν να φοβόμαστε να απλώσουμε ξανά τον εαυτό μας στον κόσμο. Δημιουργεί σενάρια στο μυαλό μας, ιστορίες που γεννιούνται από τον φόβο και όχι από την πραγματικότητα. Μας κάνει αμυντικούς, καχύποπτους, φοβισμένους. Υψώνει τείχη εκεί όπου κάποτε υπήρχαν γέφυρες, παρατείνει τις σιωπές, βαραίνει τα λόγια μας ή τα εξαφανίζει εντελώς. Κάνει τις αντιδράσεις μας υπερβολικές — όχι γιατί είμαστε υπερβολικοί, αλλά γιατί αγγίζει πληγές που δεν έχουν ακόμη επουλωθεί.

Όταν πονάμε, δεν βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι· τα βλέπουμε μέσα από το φίλτρο του τραύματός μας. Ερμηνεύουμε, υποθέτουμε, φοβόμαστε. Ο πόνος μάς πείθει ότι απειλούμαστε, ακόμη κι όταν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μας απομακρύνει από τους άλλους, αλλά και από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μας κάνει να αντιδρούμε αντί να ακούμε, να προστατευόμαστε αντί να συνδεόμαστε.

Και κάπως έτσι, όταν ο πόνος μένει ακατανόητος, δεν μας πληγώνει μόνο, μας κάνει να χάνουμε τον εαυτό μας. Μας αποσυνδέει από την εσωτερική μας αλήθεια, από αυτό που πραγματικά είμαστε και χρειαζόμαστε. Μας οδηγεί σε επιλογές που δεν μας εκφράζουν, σε λόγια και πράξεις που δεν είναι εναρμονισμένα με εμάς, αλλά υπαγορεύονται από τον φόβο. Όσο δεν τον αναγνωρίζουμε, όσο τον αρνούμαστε ή τον κρύβουμε, δεν επιλέγουμε εμείς — επιλέγει ο πόνος για εμάς.

Η σύνδεση με τον εαυτό μας γεννιέται εκεί όπου ο πόνος δεν απορρίπτεται, αλλά κρατιέται με τρυφερότητα.

Όταν είμαστε σε σύνδεση με τον εαυτό μας, η καρδιά παραμένει ανοιχτή. Δεν χρειάζεται να αμύνεται διαρκώς. Μπορεί να νιώθει, να διακρίνει, να επιλέγει ό,τι είναι σύμφωνο με την αλήθεια μας. Από αυτή τη σύνδεση γεννιούνται επιλογές που δεν βασίζονται στον φόβο, αλλά στην εσωτερική μας ευθυγράμμιση.

Ο πόνος δεν ζητά να τον πολεμήσουμε. Ζητά κατανόηση. Χρειάζεται χώρο και χρόνο για να μπορέσει να καταλαγιάσει, να τον αναγνωρίζουμε χωρίς να τον κρίνουμε. Έχει ανάγκη από την αποδοχή μας. Χρειάζεται να μη φοβόμαστε ότι δεν θα αγαπιόμαστε με τον πόνο μας. Ότι δεν θα εγκαταλειφθούμε ή δεν θα απορριφθούμε επειδή πονάμε. Γιατί συχνά αυτός είναι ο βαθύτερος φόβος: όχι ο ίδιος ο πόνος, αλλά η ιδέα πως αν τον δείξουμε, αν τον παραδεχτούμε, θα μείνουμε μόνοι.

Κι όμως, μπορούμε να πονάμε και να είμαστε αξιαγάπητοι. Μπορούμε να είμαστε ευάλωτοι και ταυτόχρονα άξιοι αγάπης, σύνδεσης και αποδοχής. Ο πόνος δεν μας αφαιρεί την αξία μας, δεν μας ορίζει. Όταν τον αναγνωρίζουμε και του δίνουμε χώρο χωρίς να ταυτιζόμαστε μαζί του, τότε σιγά σιγά χαλαρώνουν τα τείχη, οι σιωπές μικραίνουν και η καρδιά βρίσκει ξανά χώρο να αναπνεύσει.

Και εκεί, μέσα σε αυτή τη σύνδεση με τον εαυτό μας, ξεκινά η αληθινή επούλωση.

Αγγελική Μπολουδάκη

26/01/2026

Χθες το μεσημέρι κατέβηκα στο σπίτι της μητέρας μου. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, όπως συνήθως. Δεν της έδινα ιδιαίτερη σημασία, μέχρι που άκουσα μια αναφορά στην οικογένεια Μπέκαμ. Μιλούσαν για την απόφαση του γιου τους να κρατήσει απόσταση από τους γονείς του, μια απόφαση που, όπως ειπώθηκε, είχαν πάρει και εκείνοι με τη σειρά τους. Στάθηκα. Όχι τόσο στην οικογένεια αυτή καθαυτή, όσο σε αυτό που ξύπνησε μέσα μου η είδηση.

Πόσο αμυντικούς μπορεί να μας κάνει ο πόνος, σκέφτηκα. Πόσο κλειστούς. Πόσο φοβισμένους.

Ο πόνος σπάνια εμφανίζεται ως έχει. Συνήθως μεταμφιέζεται σε θυμό, σε απόσταση, σε έλεγχο. Μας πείθει ότι αν δεν προστατευτούμε, θα πληγωθούμε ξανά. Και έτσι, αντί να πλησιάζουμε, απομακρυνόμαστε. Όχι επειδή δεν αγαπάμε, αλλά επειδή φοβόμαστε.

Όταν ο πρωτότοκος γιος μου ήταν δύο ετών, η λέξη που του άρεσε να επαναλαμβάνει ήταν το «όχι». Ένα «όχι» πεισματάρικο, σχεδόν θριαμβευτικό. Τότε το έβρισκα χαριτωμένο. Στην εφηβεία, όμως, αυτό το «όχι» κορυφώθηκε πανηγυρικά. Έγινε σύγκρουση, έγινε ένταση, έγινε καθρέφτης των δικών μου φόβων.
Ήθελα να διαβάζει, να προσέχει, να γυρίζει νωρίς. Ήθελα να είναι ασφαλής, να είναι καλά. Κι εκείνος ήθελε να αυτονομηθεί.

Μετά από μια μεγάλη ένταση μεταξύ μας, από εκείνες που αφήνουν το σώμα κουρασμένο και τη σιωπή βαριά, με πλησίασε και μου είπε:
«Μάνα, πάμε να με βοηθήσεις να αγοράσω μια μπλούζα;»

Εκείνη τη στιγμή έχασα το χρώμα μου. Ο νους μου πήγε αμέσως στο χειρότερο. Η αναμενόμενη αντίδρασή του, μετά από όσα είχαν προηγηθεί, θα ήταν είτε να κλειστεί στο δωμάτιό του είτε να βγει έξω. Φοβήθηκα ότι έπαθε κάτι. Ότι λύγισε από την πίεση. Από τα πρέπει μου, από τις απαιτήσεις μου, από την αγωνία μου να τον δω «στον σωστό δρόμο».
Στον δρόμο ήμουν αμίλητη. Έξω η πόλη συνέχιζε κανονικά. Μέσα μου, όμως, μια καταιγίδα. Σκέψεις, σενάρια, φόβοι. Ήμουν βέβαιη πως κάτι σοβαρό συνέβαινε.

Μπήκαμε στο μαγαζί. Περιέγραψε τι ήθελε και η υπάλληλος μας έφερε δύο μπλούζες.
«Ποια σου αρέσει;» με ρώτησε.
«Αυτή η κόκκινη», απάντησα αγχωμένα, σχεδόν αυτόματα.
«Ωραία», μου είπε. Και γυρίζοντας προς την υπάλληλο, ξεστόμισε τη φράση που έκανε το χρώμα μου να επανέλθει:
«Θα πάρω την μαύρη».

Εκεί, μέσα σε αυτή τη μικρή, ασήμαντη –φαινομενικά– στιγμή, κατάλαβα πολλά. Δεν με απέρριπτε. Δεν μου επιτιθόταν. Δεν απομακρυνόταν. Δήλωνε απλώς τον εαυτό του. Το δικό του «όχι», ειπωμένο ήρεμα, καθαρά, χωρίς θυμό. Κι εγώ συνειδητοποίησα πως αυτό που με τρόμαζε δεν ήταν η επιλογή του, αλλά η απώλεια του ελέγχου. Ο φόβος ότι δεν χωράω πια όλες τις εκδοχές του.

Αν δεν χωράμε την αντίδραση του παιδιού μας, σημαίνει ότι ο πόνος είναι εκείνος που κάνει διάλογο στο μυαλό μας. Κι εκεί, συνήθως, πιάνει το χέρι του φόβου. Και τότε μένουμε μόνοι μας. Όχι επειδή μας εγκατέλειψαν, αλλά επειδή κλειστήκαμε.

Δεν υπάρχουν ιδανικές σχέσεις γονιών και παιδιών. Υπάρχουν σχέσεις αληθινές. Σχέσεις που δοκιμάζονται, που πληγώνονται, που απομακρύνονται και –αν υπάρξει χώρος– ξανασυναντιούνται. Υπάρχουν σχέσεις που δουλεύονται. Σχέσεις που απαιτούν να δούμε πρώτα τον δικό μας πόνο, πριν ερμηνεύσουμε τη στάση του παιδιού μας ως απόρριψη.

Και βέβαια, όταν τα παιδιά μας μεγαλώνουν και γίνονται ενήλικες, η σχέση αλλάζει. Δεν βασίζεται πια στην εξάρτηση, αλλά στη συνάντηση. Χτίζεται με υλικά την αγάπη και τα όρια –από τις δύο πλευρές. Με σεβασμό στην αυτονομία και με την ευθύνη της παρουσίας. Με το θάρρος να μένουμε κοντά χωρίς να ελέγχουμε και να οριοθετούμε χωρίς να αποσύρουμε την καρδιά μας.

Το παράδειγμα αυτό δεν αφορά καμία συγκεκριμένη οικογένεια. Αφορά κάθε οικογένεια που επιλέγει να δει τις δυσκολίες όχι ως ρήξη, αλλά ως πρόσκληση για επικοινωνία και σύνδεση. Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση της γονεϊκότητας να μην είναι να κρατήσουμε τα παιδιά μας κοντά, αλλά να αντέξουμε την αυτονομία τους χωρίς να τη μεταφράζουμε ως απώλεια. Και μέσα σε αυτή την αντοχή, να βρίσκουμε ξανά και ξανά τον τρόπο να συναντιόμαστε.

Αγγελική Μπολουδάκη

25/01/2026

Είδα την ταινία Άμνετ.
Και για ώρα μετά δεν ήθελα να μιλήσω. Όχι από βάρος, αλλά από μια παράξενη ησυχία που είχε απλωθεί μέσα μου.

Είναι μια ταινία που ξεχειλίζει από αγάπη, αλλά όχι από εκείνη που παρηγορεί εύκολα. Από την άλλη — την άγρια, τη μητρική, την απόλυτη. Αυτή που δεν ξέρει μέτρο, που δεν μπορεί να δεχτεί την απώλεια και προσπαθεί απελπισμένα να τη διαψεύσει.

Ο αδελφός που παίρνει τη θέση της αδελφής δεν είναι αντικατάσταση, είναι η αγάπη που δεν αντέχει το κενό και ζητά να κατοικήσει κάπου.

Η μητέρα με συγκλόνισε. Η αγάπη της για τα παιδιά της είναι σχεδόν σωματική, χωρίς φίλτρα, χωρίς εξηγήσεις. Δεν είναι «καλή» ή «ήρεμη». Είναι αυτή που σε διαλύει όταν χάνεται το παιδί, γιατί μαζί του χάνεται κι ένα κομμάτι του εαυτού σου.

Και ο πατέρας… τόσο σιωπηλός, τόσο μακριά. Μέχρι τη στιγμή που καταλαβαίνεις. Ότι δεν έλειπε από αγάπη, αλλά από τρόπο. Ότι πενθούσε με τον δικό του τρόπο. Κι έτσι, στο έργο που έγραψε, ο νεκρός δεν είναι το παιδί — είναι εκείνος. Παίρνει τη θέση του γιου του. Και τότε η γυναίκα καταλαβαίνει πόσο την αγαπούσε. Πόσο αγαπούσε το παιδί τους. Η αγάπη ειπώθηκε, αλλά έπρεπε πρώτα να μεταμορφωθεί σε τέχνη.

Κάτι άλλο που με συγκίνησε ήταν ότι η αγάπη δεν μας προστατεύει από την απώλεια — μας κάνει όμως ικανούς να την κουβαλήσουμε. Και αυτό μαλακώνει κάθε πένθος.

Το Άμνετ δεν προσφέρει λύτρωση. Δεν κλείνει πληγές. Τις αναγνωρίζει. Και ίσως αυτό να είναι το πιο τρυφερό που μπορεί να κάνει.

Γι’ αυτό, στο τέλος, δεν ένιωσα βάρος.
Ένιωσα ησυχία. Ένιωσα ηρεμία. Ένιωσα αγάπη.

Αγγελική Μπολουδάκη

Address

Κορωναίου 10
Chaniá
73136

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Αγγελική Μπολουδάκη posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Practice

Send a message to Αγγελική Μπολουδάκη:

Share

Share on Facebook Share on Twitter Share on LinkedIn
Share on Pinterest Share on Reddit Share via Email
Share on WhatsApp Share on Instagram Share on Telegram