12/12/2025
Αναστοχασμοί της Παρασκευής
Παρατηρώντας πώς εκφράζεται η κοινωνική διαμαρτυρία στους ενήλικες, βλέπουμε συχνά έντονες πράξεις: αποκλεισμούς δρόμων, ρίψη αντικειμένων, υλικές φθορές. Παρά το κόστος αυτών των ενεργειών, η κοινωνία τις αντιμετωπίζει συχνά ως θεμιτές μορφές διεκδίκησης, σχεδόν αυτονόητες στα πλαίσια του κοινωνικού αγώνα.
Την ίδια στιγμή, όμως, στα σχολικά χρόνια διαμορφώνεται μια εντελώς αντίθετη πραγματικότητα.
Στο σχολείο λοιπόν, εκεί όπου πρωτοδιαμορφώνονται συλλογικές ταυτότητες και ρόλοι η συμμόρφωση στους κανόνες παρουσιάζεται ως υπέρτατη αξία. Οποιαδήποτε απόκλιση, ακόμη κι αν αποτελεί προσπάθεια έκφρασης ή διεκδίκησης, αντιμετωπίζεται ως απειλή για την τάξη.
Αν ένα παιδί ή μια ομάδα παιδιών νιώσει ότι κάτι είναι άδικο, ότι τα θίγει ή ότι δεν υπηρετεί το συμφέρον τους, και αντιδράσει εκφράζοντας δυσαρέσκεια, η αντίδραση αυτή πολύ συχνά πατάσσεται άμεσα. Με τιμωρίες, με αποβολές, με τη γρήγορη ετικετοποίηση του «απείθαρχου».
(Δεν αναφέρομαι φυσικά σε απρεπείς συμπεριφορές παιδιών αλλά σε διεκδικήσεις τους όταν εκφράζονται ως δίκαιες αντιρρήσεις).
Έτσι, από πολύ μικρή ηλικία, η κοινωνία μεταφέρει στα παιδιά το μήνυμα ότι η διαμαρτυρία δεν επιτρέπεται να είναι έντονη, δεν επιτρέπεται να διαταράσσει, δεν επιτρέπεται να ενοχλεί. Ότι η αντίδραση πρέπει να μένει εντός στενών ορίων συχνά τόσο στενών που χάνουν τον χαρακτήρα της πραγματικής έκφρασης ανάγκης.
Κι όμως, οι ίδιοι αυτοί αυριανοί ενήλικες καλούνται αργότερα να συμμετέχουν σε μια κοινωνία όπου η διαμαρτυρία όχι μόνο επιτρέπεται να είναι δυναμική, αλλά πολλές φορές οφείλει να είναι. Η ίδια κοινωνία που αποδοκιμάζει την παιδική αντίδραση, άλλοτε νομιμοποιεί κι άλλοτε εξιδανικεύει μορφές ενήλικης διαμαρτυρίας που έχουν σαφές κόστος για τους άλλους με υλικές ζημιές και άλλες καταστροφές.
Αυτή η απόσταση από την απαγορευμένη παιδική αντίδραση στην επιτρεπτή, ακόμη και αναμενόμενη έντονη ενήλικη διαμαρτυρία δημιουργεί μια ειρωνική αντιστροφή. Τα παιδιά διδάσκονται να σωπαίνουν για να «λειτουργεί η ομάδα», αλλά ως ενήλικες μαθαίνουν ότι η φωνή τους ακούγεται μόνο όταν προκαλεί αναστάτωση.
Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν οι ενήλικες διαμαρτύρονται ‘υπερβολικά’ αλλά αν η κοινωνία έχει αφήσει χώρο από την παιδική κιόλας ηλικία για υγιείς, ώριμες και ουσιαστικές μορφές έκφρασης, πριν φτάσουμε στο σημείο όπου η μόνη αποτελεσματική γλώσσα μοιάζει να είναι η αναταραχή.