28/07/2021
ΕΝΔΟΦΘΑΛΜΙΕΣ ΦΛΕΓΜΟΝΕΣ -
ΡΑΓΟΕΙΔΙΤΙΔΑ
Ραγοειδίτιδα είναι η φλεγμονή, δηλαδή το οίδημα και η βλάβη του ραγοειδούς, του μέσου χιτώνα του ματιού.
Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για μόνο μια πάθηση, αλλά για μία μεγάλη ομάδα νοσημάτων, διαφορετικών στην αιτία και την αντιμετώπισή τους. Για την αντιμετώπιση της ραγοειδίτιδας, σε αντίθεση με τις άλλες οφθαλμολογικές παθήσεις, δεν αρκεί μόνο η τοπική θεραπεία (κολλύρια), αλλά χρειάζεται και συστηματική. Σε πολλές περιπτώσεις η πάθηση διαρκεί χρόνια και τότε η θεραπεία πρέπει να είναι, επίσης, μακροχρόνια.
Ο ραγοειδής χιτώνας αποτελείται από τρία μέρη: την ίριδα, το έγχρωμο διάφραγμα του ματιού, το κυκλικό σώμα, απ’ όπου παράγεται το υγρό του ματιού, και τον χοριοειδή, που φέρει τα αγγεία που «τρέφουν» τον αμφιβληστροειδή.
Ανάλογα με την περιοχή όπου εντοπίζεται κυρίως η φλεγμονή, διακρίνουμε τις διάφορες μορφές της ραγοειδίτιδας: την ιρίτιδα, τη διάμεση ραγοειδίτιδα και τη χοριοειδίτιδα ή και συνδυασμούς τους, όπως η ιριδοκυκλίτιδα και η πανραγοειδίτιδα. Ωστόσο, στη ραγοειδίτιδα σπάνια πάσχει μόνο ο ραγοειδής. Συχνά η φλεγμονή επεκτείνεται και στους γειτονικούς ιστούς, όπως ο φακός, ο αμφιβληστροειδής και το οπτικό νεύρο, με καταστροφικές συνέπειες για την όραση.
Η ραγοειδίτιδα μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, ακόμη και σε παιδιά, συνήθως, όμως, προσβάλλονται ασθενείς ηλικίας 20 – 65 ετών, ο αποκαλούμενος και «ενεργός πληθυσμός», και αποτελεί την 5η αιτία τύφλωσης στις ανεπτυγμένες χώρες. Η τύφλωση μπορεί να προληφθεί μόνο με τη σωστή διάγνωση, την ανεύρεση του αιτίου και την έγκαιρη έναρξη της κατάλληλης αγωγής.
Τα αίτια της ραγοειδίτιδας είναι πολλά. Αδρά τα διακρίνουμε σε λοιμώδη και μη λοιμώδη ή αυτοάνοσα. Στην πρώτη περίπτωση, κάποιο μικρόβιο ή συνηθέστερα ιός, είναι το αίτιο που νοσεί ο οφθαλμός. Στην αυτοάνοση ραγοειδίτιδα η φλεγμονή του ματιού μπορεί να αποτελεί εκδήλωση «απορρύθμισης – υπερδιέγερσης» του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενούς, το οποίο έπαψε να αναγνωρίζει το μάτι ως δικό του όργανο και του επιτίθεται, προκαλώντας τη φλεγμονή. Η αυτοάνοση ραγοειδίτιδα μπορεί να είναι τοπική νόσος ή να αποτελεί εκδήλωση ενός, σοβαρού, συστηματικού νοσήματος.
Τα συμπτώματα της νόσου μπορεί να είναι «θορυβώδη» (πόνος και «κοκκινίλα» του ματιού, ευαισθησία στο φως και θολή όραση) ή πολύ ήπια («μυγάκια»). Η διάγνωση γίνεται με το ιστορικό και την κλινική εξέταση, ενώ βοηθούν και οι στοχευμένες εργαστηριακές εξετάσεις.
Σε πιο δύσκολες περιπτώσεις, μπορεί ο γενικός Οφθαλμίατρος να χρειαστεί να παραπέμψει τον ασθενή σε Οφθαλμίατρο εξειδικευμένο στις οφθαλμικές φλεγμονές ή να χρειαστεί τη βοήθεια και άλλων ειδικοτήτων (π.χ. ρευματολόγων, λοιμωξιολόγων), προκειμένου να βρεθεί η αιτία της οφθαλμικής νόσου.
Η θεραπεία είναι ανάλογη του αιτίου και στοχεύει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και την καταστολή της φλεγμονής. Η λοιμώδης ραγοειδίτιδα αντιμετωπίζεται με την κατάλληλη αντιμικροβιακή αγωγή. Στην αυτοάνοση ραγοειδίτιδα, τα στεροειδή (κορτιζόνη) είναι η πρώτη θεραπευτική επιλογή. Η χρόνια χρήση τους αποφεύγεται, γιατί προκαλεί σημαντικές παρενέργειες, όπως το γλαύκωμα, ο καταρράκτης, η οστεοπόρωση και ο διαβήτης.
Έτσι, για τις περιπτώσεις εκείνες που δεν ανταποκρίνονται στα στεροειδή ή υποτροπιάζουν, η δεύτερη θεραπευτική επιλογή είναι τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα, αυτά, δηλαδή, που προκαλούν καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος και, επομένως, έχουν ένδειξη και για τη θεραπεία της αυτοάνοσης ραγοειδίτιδας.