15/12/2019
ΠΟΣΟ ΝΕΡΟ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ;
Είναι γνωστή η θυμοσοφία σχετικά με την κατανάλωση νερού, η οποία προτρέπει: «πιές νερό, να ΄χεις το κεφάλι σου γερό». Η αλήθεια είναι ότι πολλοί γιατροί και άλλοι επαγγελματίες υγείας υπενθυμίζουν ότι καλόν είναι να πίνουμε παραπάνω νερό. Είναι πάντα όμως αυτή μια συμβουλή που μπορεί να προάγει την υγεία μας και σε ποιες περιπτώσεις ισχύει ή δεν ισχύει αυτό;
Η σύσταση του ανθρώπινου σώματος είναι γενικά γνωστό ότι αποτελείται κατά περίπου 70% από ύδωρ. Αυτή κυρίως είναι συνάρτηση τη μυϊκής μάζας: έτσι οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι έχουν μικρότερη αναλογία ύδατος στον οργανισμό, λόγω μικρότερης μυϊκής μάζας (οι μύες είναι πλούσιοι σε αίμα επομένως και σε ύδωρ). Ο κύριος ρυθμιστής της υδατικής κατάστασης του οργανισμού είναι α) οι νεφροί, οι οποίοι ρυθμίζουν την αποβολή ύδατος καθώς και β) το αίσθημα της δίψας, το οποίο καθοδηγεί και την πρόσληψη νερού. Όταν η νεφρική λειτουργία είναι ακέραια, οι νεφροί αναλόγως των αναγκών του οργανισμού, μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν την παραγωγή ούρων, εξοικονομώντας ή αποβάλλοντας ύδωρ. Το αίσθημα της δίψας, το οποίο διεγείρεται ακόμα κι από την ελάχιστη μείωση της περιεκτικότητας του αίματος σε ύδωρ, μας κινητοποιεί προς πρόσληψη υγρών.
Κατά πόσον όμως πρέπει να συμβουλευόμαστε απλώς το αίσθημα της δίψας και σε ποιο βαθμό είναι σκόπιμο να πίνουμε νερό πέραν της επιθυμίας μας για αυτό;
Η απάντηση εξαρτάται από το ιατρικό ιστορικό και αναλόγως της παρουσίας υποκείμενου νοσήματος σε κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, άτομα με ευπάθεια στις ουρολοιμώξεις (ιστορικό συχνών ουρολοιμώξεων ή με τοποθετημένα υλικά, πχ νεφροστομίες ή ενδοουρητηρικούς αυτοσυγκρατούμενους καθετήρες τύπου «pig tail»), η πόση νερού πέραν του αισθήματος δίψας και η παραγωγή πολλών ούρων προστατεύει από την προσβολή ή την υποτροπή λοιμώξεων του ουροποιητικού. Το επωφελές αυτό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσω της αραιωτικής επίδρασης στα μικρόβια των ούρων και δυσκολεύοντας την πρόσφυση των μικροβίων στους ιστούς της ουροδόχου κύστεως και των ουρητήρων. Απεναντίας, κατά την θεραπεία με αντιβιοτική αγωγή των ουρολοιμώξεων, η παραγωγή πολλών ούρων ασκεί αραιωτική επίδραση στην ίδια την αντιμικροβιακή ουσία και εξασθενεί έτσι την θεραπευτική της δύναμη.
Για τους ασθενείς με Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια, τα περισσότερα στοιχεία δείχνουν πως η κατανάλωση ύδατος δεν ασκεί κάποια προστατευτική δράση ούτε συντελεί στην επιβράδυνση της εξέλιξής της. Παλαιότερα εθεωρείτο ότι ο διπλασιασμός της παραγωγής ούρων διπλασιάζει και την απομάκρυνση βλαπτικών ουσιών: βάσει αυτού διδόταν η σύσταση για καθημερινή πρόσληψη νερού μέχρι και 4 λίτρα. Αν και υπάρχουν εργασίες που δείχνουν πως η αυξημένη κατανάλωση νερού μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη της νεφρικής ανεπάρκειας, τα περισσότερα και ισχυρότερα στοιχεία δείχνουν ότι η επιπρόσθετη κατανάλωση νερού προς παραγωγή περισσότερων ούρων, δεν επιβραδύνει την πρόοδο της νεφρικής ανεπάρκειας, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που έχουν μέτρια προς σοβαρού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια. Αντίθετα, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί αυτή να αποβεί και επιβλαβής, αφού η δυσπραγία των νεφρών να διαχειριστούν το πλεονάζον ύδωρ μπορεί να οδηγήσει σε μια σοβαρή και δυνάμει επικίνδυνη για ζωή διαταραχή του αίματος που λέγεται υπονατριαιμία.
Εκεί που αναντίρρητα υπάρχει ωφέλεια από την πέραν του αισθήματος της δίψας κατανάλωσης νερού, είναι στις περιπτώσεις ανθρώπων με ιστορικό νεφρολιθίασης. Στα άτομα με «λιθογόνο» προδιάθεση, η παραγωγή πολλών και επομένως αραιωμένων ούρων, επιβραδύνει την καθίζηση και περαιτέρω συσσώρευση αλάτων (κατά κύριο λόγο οξαλικού και φωσφορικού ασβεστίου) στους νεφρούς και στους ουρητήρες. Η οδηγία για καθημερινή ενυδάτωση με στόχο την διούρηση όγκου τουλάχιστον 2-2,5 λίτρων το 24ωρο και με μία ούρηση κατά την διάρκεια της νύχτας, είναι καλώς τεκμηριωμένο ότι μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης και εξέλιξης της νεφρολιθίασης, αρκεί να λαμβάνονται πάντα υπόψιν οι περιορισμοί που μπορεί να υπάρχουν από την υπερυδάτωση στα άτομα με υποκείμενη νεφρική ή καρδιακή ανεπάρκεια.
Ωφέλεια από την αυξημένη καθημερινή κατανάλωση ύδατος υπάρχει και στους πάσχοντες από μια σχετικά σπάνια κληρονομική νόσο, την Πολυκυστική Νόσο των Νεφρών. Σε αυτούς τους ασθενείς, η αυξημένη ενυδάτωση και η προκαλούμενη πολυουρία οδηγεί στην ελάττωση της έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (βαζοπρεσσίνη). Τα μειωμένα επίπεδα της βαζοπρεσσίνης συμβάλλουν στην μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης των πολλαπλών νεφρικών κύστεων, κύστεις οι οποίες όμως αναπτύσσονται σε βάρος της υγιούς λειτουργικής νεφρικής μάζας. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η αυξημένη καθημερινή πρόσληψη νερού μπορεί να συμβάλλει στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νεφρικής ανεπάρκειας στους πάσχοντες από την Πολυκυστική Νόσο των Νεφρών.
Στους υγιείς και με ελεύθερο ιατρικό ιστορικό φαίνεται πως η υπερβάλλουσα κατανάλωση νερού δεν βελτιώνει αναγκαστικά της παραμέτρους της υγείας: απλώς ο νεφρικός χειρισμός του πλεονάζοντος νερού προκαλεί την ανάλογη πολυουρία, με στόχο την διατήρηση της υδατικής ισορροπίας στον οργανισμό μας.
Στις περιπτώσεις που δίνεται συμβουλή σχετικά με το επιπλέον προσλαμβανόμενο νερό, πρέπει καταρχήν να υπάρχει η βάσιμη προσδοκία ότι μια τέτοια πρακτική θα ωφελήσει. Η εξατομικευμένη προσέγγιση, είναι κατά την γνώμη του γράφοντος η καλύτερη πρακτική. Λαμβάνοντας πάντα υπόψη το ιατρικό ιστορικό, την παρουσία νεφρικών ή καρδιακών νοσημάτων τα οποία επηρεάζουν κι επηρεάζονται από την υδατική κατάσταση του οργανισμού, την φαρμακευτική αγωγή και τις ανάγκες του κάθε ασθενούς, μπορεί να δοθεί συμβουλή σχετικά με την ενδεδειγμένη πρόσληψη νερού σε κάθε περίπτωση.