24/05/2015
ΜΕΛΙ
ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
Το μέλι είναι ένα πυκνό, υπέρκορο υδατικό διάλυμα απλών και σύνθετων
ζαχάρων, και μεγάλης ποικιλίας άλλων ουσιών, συμπεριλαμβανομένων ανόργανων
ιόντων, ιχνοστοιχείων, ουσιών που βρίσκονται σε κολλοειδή διασπορά όπως είναι οι
μακρομοριακές ενώσεις πρωτεϊνών και πολυζαχαριτών, ενζύμων, οργανικών οξέων,
αρωματικών ουσιών, γυρεοκόκκων, κ.α. Το σύνολο των ουσιών αυτών αποτελούν τα
κύρια συστατικά του μελιού και είναι οι ουσίες που συναντούμε σε όλα τα μέλια σε
μεγαλύτερες ή μικρότερες συγκεντρώσεις.
1.1.1. ΣΑΚΧΑΡΑ (ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ)
Το μέλι αποτελείται κατά 83% περίπου από σάκχαρα (Πίν. 1.1.2). Τα σάκχαρα
είναι οργανικές ενώσεις μικρού μέχρι μεγάλου μοριακού βάρους, που παρέχουν
σημαντικό ποσοστό της ενέργειας που χρειάζονται οι ζωντανοί οργανισμοί για την
εκτέλεση ζωτικών λειτουργιών, ενώ αποτελούν δομικά συστατικά των κυτταρικών
μεμβρανών και των κυττάρων σε ζωικούς και φυτικούς οργανισμούς. Σε αναλύσεις
στο μέλι, έχουν βρεθεί τουλάχιστον 22 διαφορετικά σάκχαρα.
Τα σάκχαρα που συναντάμε σε πολύ μεγάλες συγκεντρώσεις στο μέλι είναι οι
μονοσακχαρίτες φρουκτόζη και γλυκόζη, σάκχαρα που δεν υπάρχουν στο νέκταρ ή τα
μελιτώματα των φυτών, αλλά προέχονται από την ιμβερτοποίηση (υδρόλυση) της
σουκρόζης στον πρόλοβο των μελισσών. Κατά την διαδικασία παραγωγής του μελιού,
οι μέλισσες εκκρίνουν το ένζυμο ιμβερτάση (invertase) από τους υποφαρυγγικούς
τους αδένες, το οποίο διασπά τη σουκρόζη σε γλυκόζη και φρουκτόζη. Λόγω της
υψηλότερης διαλυτότητας της γλυκόζης από τη σουκρόζη στη θερμοκρασία κυψέλης,
παράγεται ένα διάλυμα σακχάρων μεγαλύτερης συγκέντρωσης σε φρουκτόζη (Crane,
1990).
Η σουκρόζη (δισακχαρίτης) είναι το βασικότερο σάκχαρο που περιέχεται στο
νέκταρ και τα μελιτώματα των φυτών, ενώ αποτελεί και συστατικό του μελιού σε
μικρή συγκέντρωση (2,5%). Η μαλτόζη, η μελεζιτόζη και άλλοι δισακχαρίτες,
βρίσκονται στο μέλι σε ποσοστό 7,3%.
Το μέλι περιέχει επίσης πολλά σε αριθμό άλλα σάκχαρα, γνωστά ως
ολιγοσακχαρίτες. Οι ολιγοσακχαρίτες είναι μέσου μεγέθους σύνθετα σάκχαρα, που
περιέχουν πάνω από τρία απλά σάκχαρα, ενώ συχνά απαρτίζονται από
μονοσακχαρίτες και δισακχαρίτες. Ενίοτε αναφέρονται και ως ανώτερα σάκχαρα. Η
ισομαλτόζη, η ραφινόζη, η τρεχαλόζη, η καλοβιόζη, η νιγερόζη, η τυρανόζη, η κεστόζη,
η κεντοβιόζη, η τρεαλόζη, η δεξτρίνη είναι κάποια από τα περιεχόμενα στο μέλι
σάκχαρα που αναφέρονται ενδεικτικά.
Συγκριτικά με τα άλλα σάκχαρα, η γλυκόζη είναι σχετικά αδιάλυτη και το
ποσοστό της στο μέλι, καθορίζει την τάση του μελιού για κρυστάλλωση. Η φρουκτόζη
είναι ένα πολύ γλυκό σάκχαρο, καθώς επίσης και υγροσκοπικό, απορροφώντας
υγρασία από την ατμόσφαιρα. Αντίθετα η γλυκόζη και η σουκρόζη είναι κατά πολύ
λιγότερο υγροσκοπικά σάκχαρα, συνεπώς οι υγροσκοπικές ιδιότητες του μελιού
οφείλονται εξ ολοκλήρου στη φρουκτόζη. Πολύ λίγα μέλια είναι πλουσιότερα σε
γλυκόζη παρά σε φρουκτόζη σύμφωνα με την μέση σύσταση του μελιού.
Περίπου το 95% των σακχάρων του μελιού είναι ζυμώσιμα, χαρακτηριστικό που
είναι σημαντικό για τις βιομηχανίες που παράγουν μπύρα και κρασί από μέλι, καθώς
επίσης και για την αρτοποιία.
Οι υψηλές συγκεντρώσεις σακχάρων στο μέλι του προσδίδουν χαρακτηριστικές
φυσικές ιδιότητες, όπως υψηλό ιξώδες, υψηλή πυκνότητα, τάση για κρυστάλλωση,
υγροσκοπικότητα και αντιβακτηριακές ιδιότητες.
Στη μεγάλη ποικιλία, αλλά και το είδος των σακχάρων του μελιού οφείλεται το
γεγονός ότι δεν πρόκειται απλά για μια γλυκαντική τροφή. Η ικανότητά του να κρατά
χαμηλή την υγρασία και να παρατείνει τη διάρκεια ζωής σχετίζεται με τους
υδατάνθρακες, ενώ είναι καταλυτική και η συνεισφορά αυτών στο χρώμα και τη
γεύση.
1.1.2. ΟΡΓΑΝΙΚΑ ΟΞΕΑ
Ως οργανικά οξέα ορίζονται οι οργανικές ενώσεις που έχουν όξινες ιδιότητες.
Πιο κοινά είναι τα καρβοξυλικά οξέα, τα οποία έχουν καρβοξυλική ομάδα στο μόριό
τους (-COOH). Πολλά καρβοξυλικά οξέα βρίσκουν χρήση στη χημεία τροφίμων ως
συντηρητικά, ενισχυτικά της γεύσης κλπ.
Το μέλι περιέχει έναν αριθμό 20 περίπου οργανικά οξέα, σε μέση συγκέντρωση
0,57% (διακύμανση 0,17-1,17%). Μερικά από αυτά είναι το γλυκονικό οξύ, το κιτρικό,
το οξικό, το βουτυρικό, το ταρταρικό, το οξαλικό, το μαλεϊκό, το μηλικό, το μυρμηκικό
κ.α. Τα οργανικά οξέα, παίζουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην όξινη αντίδρασή του και
στη γεύση του μελιού, όσο και στην αντιβακτηριακή του δράση. Το μέσο pH του
μελιού κυμαίνεται μεταξύ 3,3 και 5,9. Η ολική οξύτητα του μελιού είναι
29,12 meq/Κg, με την τιμή να κυμαίνεται μεταξύ 8,68 και 59,49 meq/kg και την τυπική
απόκλιση να έχει τιμή 10,33 meq/Κg.
Από τα οργανικά οξέα που περιέχονται στο μέλι, το σημαντικότερο είναι το
γλυκονικό οξύ, το οποίο παράγεται στο μέλι από την επίδραση του ενζύμου οξειδάση
στη γλυκόζη στη γλυκόζη, αντίδραση κατά την οποία σχηματίζεται και υπεροξείδιο
του υδρογόνου. Στο υπεροξείδιο του υδρογόνου και σε άλλες ενώσεις,
όπως κάποια καβοξυλικά οξέα, οφείλεται μεγάλο μέρος της αντιβακτηριακής δράσης
που έχει το μέλι. Το γλυκονικό οξύ, επίσης, ανάλογα με την συγκέντρωσή του σε ένα
μέλι, έχει την ιδιότητα να εντείνει τη γεύση του.
Ανάμεσα στα οργανικά οξέα του μελιού, περιλαμβάνονται και κάποια
αλειφατικά και αρωματικά οξέα, με τα τελευταία να συνεισφέρουν σημαντικά στη
γεύση αυτού.
Η παρουσία των οξέων στο μέλι είναι σημαντική για τους εξής λόγους:
Τα οξέα αποτελούν σημαντικά συστατικά της γεύσης και του αρώματος
των μελιών
Το χαμηλό pH παρεμποδίζει την ανάπτυξη μικροοργανισμών στο μέλι.
1.1.3. ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΚΑΙ ΑΜΙΝΟΞΕΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
Το μέλι διαθέτει περίπου 20 πρωτεΐνες και 18 αμινοξέα, συστατικά που
ανιχνεύονται σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις στο μέλι.
Οι πρωτεΐνες αποτελούν το 0,2% της μέσης σύστασης του μελιού. Είναι φυτικής
προέλευσης, προέρχονται δηλαδή αποκλειστικά από τη γύρη, το νέκταρ και τις
μελιτώδεις εκκρίσεις των φυτών από τα οποία τρέφονται οι μέλισσες. Οι πρωτεΐνες
αποτελούν σημαντικότατη τροφή για τις μέλισσες. Χωρίς αυτές ο γόνος δεν
αναπτύσσεται και το μελίσσι τελικά πεθαίνει. Οι περισσότερες πρωτεΐνες του μελιού
είναι πεπτόνες, αλβουμίνες, γλοβουλίνες και νουκλεοπρωτεΐνες με κυριότερη την
αλβουμίνη.
Το ολικό Ν που περιέχουν οι πρωτεΐνες του μελιού, ανέρχεται σε 0,04%, από το
οποίο το 40-65% είναι πρωτεϊνικό, ενώ το υπόλοιπο υπάρχει στα ελεύθερα αμινοξέα.
Από αυτές προέρχεται όλο το Ν που χρησιμοποιούν οι ζύμες για τροφή.
Λόγω της προέλευσης των πρωτεϊνών, είναι δυνατόν να συναντάμε
διαφορετικές πρωτεΐνες σε κάθε μέλι. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι από τις 20 συνολικά
που έχουν βρεθεί, μόνο οι 4 συναντώνται σε όλα τα μέλια.
Υπάρχουν περιπτώσεις μελιών που περιέχουν πρωτεΐνες σε μεγάλη
συγκέντρωση, με αποτέλεσμα τα μέλια αυτά να είναι θιξοτροπικά. Αυτό συμβαίνει
γιατί το μεγάλο μοριακό βάρος των πρωτεϊνών δίνει στο μέλι μεγαλύτερο ιξώδες.
Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα είναι το μέλιερείκης που περιέχει 1,5% πρωτεΐνες
και αυτό από Leptospermum με 1-1,2% πρωτεΐνες, ενώ το φυσιολογικό ποσό
πρωτεϊνών είναι 0,2%. Και τα δύο αυτά μέλια παρουσιάζουν ιδιαίτερα υψηλό ιξώδες,
με αποτέλεσμα να μη δύναται να τρυγηθούν με το συνήθη τρόπο και να απαιτείται
ειδικός χειρισμός συγκομιδής.
Τα αμινοξέα αποτελούν τις υπομονάδες των πρωτεϊνών.
Συγκεκριμένα αμινοξέα του μελιού προέρχονται από τις μέλισσες και είναι κοινά σε
όλα τα μέλια, ενώ άλλα βρίσκονται στα φυτά (White, 1975). Αυτό δίνει τη δυνατότητα
να χρησιμοποιηθεί το σύνολο των αμινοξέων των μελιών με στόχο τη διαφοροποίηση
τους όσον αφορά στη βοτανική, αλλά και στη γεωγραφική προέλευσή τους. Τα
ελεύθερα αμινοξέα υπάρχουν στο μέλι επίσης σε μικρές ποσότητες (0,05-0,1%) και με
μικρή θρεπτική συνεισφορά. Μερικά είναι η προλίνη, η λυσίνη, η βαλίνη, η αλανίνη, η
φαινυναλανίνη, η τυροσύνη, η λευκίνη, η ισολευκίνη, το γλουταμινικό το
ασπαραγινικό, κ.α.
Το σημαντικότερο από τα αμινοξέα είναι η προλίνη, η οποία βρίσκεται και σε
μεγαλύτερη αφθονία. Η προλίνη κατέχει το 50-85% του συνόλου των αμινοξέων του
μελιού. Εκκρίνεται από τους υποφαρυγγικούς αδένες των μελισσών και έχει ως σκοπό
τη ρύθμιση της προσθήκης ιμβερτάσης στο νέκταρ (Χαριζάνης, 1996).
Τα ελεύθερα αμινοξέα βρίσκονται σε μεγαλύτερες συνολικές συγκεντρώσεις στο
μέλι απ’ ότι τα πρωτεϊνικά αμινοξέα . Όσων αφορά δε, την ποσότητα και
την ποιότητα των αμινοξέων ανάλογα με την φυτική προέλευση των μελιών, τα μέλια
ανθέων περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες σε πρωτεϊνικά αμινοξέα, έναντι των
μελιών μελιτωμάτων, ενώ συμβαίνει το αντίθετο για τα ελεύθερα αμινοξέα, με
εξαίρεση την φαινυλαλανίνη, που βρίσκεται σε μεγαλύτερη συγκέντρωση στα
ανθόμελα.
Από τα υπόλοιπα προϊόντα της κυψέλης, ο βασιλικός πολτός, ο γόνος και η γύρη
περιέχουν σχετικά υψηλές ποσότητες αμινοξέων, το μέλι και το δηλητήριο
μικρότερες, ενώ το κερί καθόλου.
1.1.4. ΕΝΖΥΜΑ
Τα κύρια ένζυμα που περιέχονται στο μέλι είναι, η ιμβερτάση, η γλυκοξειδάση
και η διαστάση, που προέρχονται από τους υποφαρυγγικούς αδένες των μελισσών
και η καταλάση και η οξική φωσφατάση που είναι φυτικής προέλευσης.
Είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και συνάμα τα πιο σημαντικά από τα συστατικά
του μελιού, επειδή παίζουν ζωτικό ρόλο στην παραγωγή του ώριμου μελιού από το
αρχικό ανώριμο υλικό, τον φυτικό χυμό. Κάθε ένα από αυτά λαμβάνει μέρος ως
καταλύτης σε μία σειρά χημικών αντιδράσεων μεταξύ των συστατικών της τροφής της
μέλισσας και των ουσιών που εκκρίνονται από αυτή και λαμβάνουν χώρα από την
πρώτη στιγμή που η μέλισσα συλλέξει την τροφή τη, μέχρι τη στιγμή που το ώριμο
μέλι σφραγιστεί στις κερήθρες. Κάποιες χημικές αντιδράσεις δε, εξακολουθούν να
πραγματοποιούνται και μετά την συλλογή του μελιού, κατά την αποθήκευσή του,
επιδρώντας στις φυσικοχημικές ιδιότητές του.
Αναλυτικά, τα ένζυμα του μελιού δρουν ως εξής (Crane, 1990; Χαριζάνης, 1996):
i. Η ιμβερτάση (α-γλυκοσειδάση) υδρολύει τη σουκρόζη που υπάρχει στο
νέκταρ και τα μελιτώματα, σε φρουκτόζη και γλυκόζη. Ορισμένη
ποσότητα αυτής παραμένει στο μέλι, κάτι που σημαίνει ότι η διάσπαση
συνεχίζεται τόσο μετά την εξαγωγή του μελιού όσο και κατά την
αποθήκευση. Το 1986 αναφέρθηκε η ύπαρξη της β-γλυκοσειδάσης από
τους Low και συνεργάτες, όμως δεν έχει διευκρινιστεί αν προέρχεται από
τις μέλισσες ή τα φυτά.
ii. Η γλυκοξειδάση δρα μόνο σε διαλυμένο ή ανώριμο μέλι και είναι πιο
δραστική όταν τα σάκχαρα είναι σε συγκέντρωση 25-30%. Αυτό το
ένζυμο οδηγεί στην παραγωγή του γλυκονικούοξέος, που είναι το
κυρίαρχο οξύ στο μέλι, και του υπεροξειδίου του υδρογόνου (Η2Ο2),
ουσία για την οποία έχουμε ήδη αναφέρει τις αντιμικροβιακές της
ιδιότητες. Το Η2Ο2 διασπάται σε νερό και οξυγόνο. Η διάσπαση και
επανασύνθεσή του λαμβάνουν χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της
μετατροπής του νέκταρος σε μέλι. Η συγκέντρωση του Η2Ο2 παραμένει
σταθερή υπό καθορισμένες συνθήκες, παρέχοντας έτσι προστασία στο
μέλι από διάφορους μικροοργανισμούς. Για αυτό το λόγο, υδατικό
διάλυμα μελιού μπορεί να επαλειφθεί σε ανοιχτές πληγές και να έχει
θετική επίδραση. Η δράση της γλυκοξειδάσης μειώνεται καθώς
αυξάνουν τα σάκχαρα κατά την ωρίμαση του μελιού, έως ότου
σταματήσει με την ολοκλήρωση της ωρίμανσης.
iii. Η διαστάση (αμυλάση) διασπά το άμυλο. Δε φαίνεται να λαμβάνει
μέρος σε χημικές διεργασίες κατά την παραγωγή του μελιού. Η σημασία
της στις αναλύσεις μελιών έγκειται στο γεγονός ότι είναι πολύ
θερμοευαίσθητη, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης θερμικής
επεξεργασίας του μελιού, κάτι που προτάθηκε για πρώτη φορά από τον
Gothe το 1914. Γενικά, όταν σε μία κυψέλη υπάρχει μεγάλη ροή
νέκταρος ή μελιτωμάτων το μέλι περιέχει μικρότερες ποσότητες
ενζύμων, καθώς οι μέλισσες έχουν λιγότερο χρόνο για να το
εμπλουτίσουν. Αντίστοιχα, νέκταρ με μεγάλη περιεκτικότητα σε σάκχαρα
χρειάζεται λιγότερη επεξεργασία για να γίνει μέλι, οπότε περιέχει
μικρότερες ποσότητες σε διαστάση και ιμβερτάση.
iv. Η καταλάση, η οποία είναι φυτικής προέλευσης και βρίσκεται στο
νέκταρ και τη γύρη, διασπά το Η2Ο2. Μερικά μέλια δεν περιέχουν
καταλάση, και ως εκ τούτου έχουν ισχυρές αντιμικροβιακές ιδιότητες.
Παράδειγμα αποτελούν το μέλι από λευκό τριφύλλι (Trifolium repens)
και το πευκόμελο (Pinus sylvestris).
v. Η οξική φωσφατάση είναι ένα ένζυμο που προέρχεται από το νέκταρ. Η
δράση του στη διαδικασία παραγωγής του μελιού δεν είναι γνωστή, και
μάλλον η παρουσία του στο μέλι θεωρείται τυχαία.
Τέλος, το μέλι από μελιτώματα συνεισφέρει σημαντικά σε ιμβερτάση, ενώ το
νέκταρ παρέχει μικρές ποσότητες διαστάσης.
Τα ένζυμα είναι θερμοευαίσθητα, οπότε χαμηλό επίπεδο αυτών μπορεί να
οφείλεται σε θερμική επεξεργασία. Πρέπει να πούμε ότι κάποια μέλια έχουν από
φυσικού τους χαμηλό ενζυμικό δυναμικό, κάτι που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά
υπόψη πριν εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα για τυχόν θερμική επεξεργασία
του μελιού.
1.1.5. ΝΕΡΟ
Η φυσική υγρασία του μελιού αποτελεί το ‘υπόλειμμα’ του νερού που υπήρχε
στο νέκταρ προ της έναρξης της διαδικασίας της ωρίμασης. Το ποσό αυτής είναι
σημαντικός παράγοντας που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ανθεκτικότητα του
μελιού στις ζυμώσεις. Το μέλι περιέχει νερό σε ποσοστό 17% (κυμαίνεται από 13-
25%). Οι μέλισσες, άλλωστε, σφραγίζουντο μέλι στις κηρήθρες όταν η υγρασία του
φτάσει το 15-17%.
Η περιεκτικότητα σε νερό μπορεί να αλλάξει με έκθεση του μελιού σε ξηρή ή
υγρή ατμόσφαιρα κατά τη διαδικασία του τρυγητού. Η απορρόφηση υγρασίας από
ένα υγρό περιβάλλον είναι ταχύτερη από ότι η απώλεια υγρασίας σε ένα ξηρό
περιβάλλον. Ακόμα, η υγρασία αλλάζει κατά την αποθήκευση, ανάλογα με τις
συνθήκες αυτής, λόγω της υγροσκοπικότητας του μελιού. Σε περιοχές με υψηλή
ατμοσφαιρική υγρασία, οι μέλισσες δε μπορούν να μειώσουν την περιεκτικότητα σε
νερό σε ασφαλή επίπεδα.
Η υγρασία (νερό) στο μέλι είναι καθοριστικός παράγοντας που επηρεάζει πολλά
από τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του μελιού και παίζει σημαντικό ρόλο στις
φυσικοχημικές του ιδιότητες και την ≪συμπεριφορά≫ του μελιού μετά την συγκομιδή
και τη συσκευασία του. Ιδιότητες όπως το χρώμα, η κρυστάλλωση, η ζύμωση, το
ιξώδες, εξαρτώνται άμεσα από το νερό που περιέχεται στο μέλι .
1.1.6. ΜΕΤΑΛΛΑ & ΙΧΝΟΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΤΕΦΡΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
Το μη πτητικό, ανόργανο υπόλειμμα του μελιού, έπειτα από καύση αυτού,
καλείται τέφρα (ash) και αποτελείται από μέταλλα, μακροστοιχεία, ή ιχνοστοιχεία.
Η ολική τέφρα στο μέλι κυμαίνεται από 0,02-1%, συνήθως δε βρίσκεται
μεταξύ 0,1% και 0,3%.
Το στοιχείο που βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα στο μέλι είναι το Κάλιο (Κ)
και ακολουθεί το Θείο (S), το Χλώριο (Cl), το Ασβέστιο (Ca) και ο Φώσφορος (P). Τα
υπόλοιπα ανόργανα συστατικά του μελιού βρίσκονται σε πολύ μικρότερες ποσότητες.
Συγκριτικά, συνήθως τα ανοιχτόχρωμα μέλια έχουν μικρότερη περιεκτικότητα σε
ανόργανα συστατικά, από τα σκουρόχρωμα
Τα μέταλλα αρχικά βρίσκονται στο έδαφος, προσλαμβάνονται από τα φυτά και
καταλήγουν στο μέλι μέσω του νέκταρος ή των μελιτωμάτων, που οι μέλισσες
συλλέγουν από αυτό. Το ποσοστό των ανόργανων συστατικών που περιέχει ένα μέλι,
μπορεί να επηρεάσει το χρώμα του μελιού, και εξαρτάται από τη βοτανική προέλευση
του φυτού από το οποίο τράφηκαν οι μέλισσες.
Τα πολύ ανοιχτόχρωμα μέλια περιέχουν μικρές ποσότητες σε μέταλλα σε
σχέση με τα σκουρόχρωμα, αν και αυτό δεν ισχύει πάντα, καθώς υπάρχουν και άλλοι
παράγοντες που επηρεάζουν το χρώμα και οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό
άγνωστοι. Για παράδειγμα, χαμηλής περιεκτικότητας σε τέφρα είναι τόσο τα
ανοιχτόχρωμα μέλια από ελαιοκράμβη και μηδική, όσο και τα μέσης σκουρότητας
μέλια τριφυλλιού και δενδρολίβανου, αλλά και το σκούρο μέλι από Fagopyrum
esculentum. Τα σκουρόχρωμα μέλια που έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε τέφρα
περιλαμβάνουν το μέλι ερείκης και κυρίως μέλια από μελιτώματα.
1.1.7. ΜΙΚΡΟΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΜΕΛΙ
Στο μέλι απαντώνται κυρίως οσμοφιλικές ζύμες, ανθεκτικές στις υψηλές
συγκεντρώσεις σακχάρων. Οι περισσότερες από αυτές ανήκουν στα γένη
Νηματοσπόρα, Σακχαρομύκητες, Ζυγοσακχαρομύκητες, Σχίζοσακχαρομύκητες και
Τορούλα. Μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα, ειδικά σε περιπτώσεις που οι
συνθήκες ευνοούν τον πολλαπλασιασμό τους, οπότε προκαλούν ζυμώσεις.
Το μέλι έχει την ικανότητα να παρεμποδίζει ή να θανατώνει τους περισσότερους
μικροοργανισμούς, ένεκα των ακόλουθων λόγων:
Η υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα και η χαμηλή σε νερό δημιουργούν μια
οσμωτική πίεση που σκοτώνει τους μικροοργανισμούς
Το σχετικά χαμηλό pH
Το σύστημα της γλυκοξειδάσης, που παράγει Η2Ο2, ουσία τοξική για τους
μικροοργανισμούς
Το χαμηλό πρωτεϊνικό περιεχόμενο, το οποίο δεν είναι ελκυστικό για τους
μικροοργανισμούς
Το Ο2 δε μπορεί να εισχωρήσει στο μέλι, λόγω του υψηλού ιξώδους, οπότε δεν
επιβιώνουν οι αερόβιοι οργανισμοί
Υπάρχουν συγκεκριμένες ουσίες που είναι θανατηφόρες για τους
μικροοργανισμούς όπως: πινοκεμπρίνη, λυσοζύμη, φαινολικά οξέα,
τερπένια, βενζυλική αλκοόλη και διάφορα πτητικά συστατικά.
1.1.8. ΠΤΗΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
Η γεύση και το άρωμα του μελιού είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες που
καθορίζουν την προτίμηση αυτού από τον καταναλωτή και, ως εκ τούτου, την τιμή
του. Τα πτητικά συστατικά είναι οι ουσίες αυτές που συνθέτουν το άρωμα του
εκάστοτε μελιού. Οι πτητικές αυτές ουσίες δύναται να προέλθουν από
(Αλυσσανδράκης, 2007):
Τη φυτική πηγή, χωρίς μετατροπή
Μετατροπή των φυτικής προέλευσης συστατικών από ένζυμα που βρίσκονται
στο νέκταρ ή εκκρίνονται από τη μέλισσα. Αυτή η μετατροπή λαμβάνει χώρα
στον πρόλοβο της μέλισσας κατά τη μεταφορά του νέκταρος στην κυψέλη ή
κατά των ωρίμανση του μελιού
Την ίδια τη μέλισσα
Από τα υπολείμματα κεριού και πρόπολης
24
Την επίδραση διαφόρων μετασυλλεκτικών διαδικασιών, όπως θέρμανση του
μελιού ή αποθήκευση
Από χημικής απόψεως, οι διάφορες ουσίες που συναντάμε στα μέλια ανήκουν
σε πολλές ομάδες: τερπενοειδή, νορισοπρενοειδή, φαινολικά συστατικά, αζωτούχες
ενώσεις, προϊόντα της αντίδρασης ‘Maillard’, υδρογονάνθρακες, λιπαρά οξέα και
εστέρες αυτών, αλειφατικές αλκοόλες και αλδεΰδες, εστέρες κλπ.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άρωμα του μελιού συντίθεται από το σύνολο
των πτητικών του συστατικών, τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική πλευρά.
Μάλιστα, η σημαντικότερη παράμετρος συνεισφοράς μιας πτητικής ένωσης στο
συνολικό άρωμα τουμελιού είναι το όριο οσμής αυτής, η συγκέντρωση δηλαδή που
αρκεί ώστε αυτή η ουσία να γίνει αντιληπτή από τους οσφρητικούς αδένες. Τέτοιες
ουσίες είναι συνήθως αρωματικές αλδεΰδες, όπως η βενζαλδεΰδη και η
φαινυλακεταλδεΰδη, ουσίες που απαντώνται σε πολλούς διαφορετικούς
τύπους μελιών. Επίσης, μείζονα σημασία έχει και η αλληλεπίδραση των επί μέρους
πτητικών συστατικών. Εκτός από τον καθορισμό της εμπορικής αξίας του μελιού,
τα πτητικά συστατικά έχουν και άλλη μια μεγάλη χρησιμότητα. Αποτελούν δείκτες της βοτανικής και(κάποιες φορές) της γεωγραφικής προέλευσης του μελιού, καθώς η σύνθεσή τους διαφέρει σημαντικά από μέλι σε μέλι. Δεκάδες είναι οι ουσίες που έχουν αναγνωριστεί ως πιθανοί βοτανικοί δείκτες για πολλούς διαφορετικούς τύπους μελιών (Anklam, 1998; Cuevas-Glory et al., 2007), γεγονός πολύ σημαντικό για την πάταξη του φαινόμενου της παραπλάνησης του καταναλωτή με ψεύτικες ετικέτες σταμέλια του εμπορίου.
1.1.9. ΚΟΛΛΟΕΙΔΗ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
Τα κολλοειδή του μελιού αποτελούν το 0,1 έως και 1% του μελιού, με τα σκούρα
μέλια να έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα από τα ανοιχτόχρωμα. Δε φιλτράρονται
εύκολα, ενώ έχουν σημαντική συνεισφορά στη γεύση του μελιού. Αποτελούνται από
πρωτεΐνες (κατά 55-65%), κομμάτια κεριού, πεντοζάνες και ανόργανα συστατικά.
Φαίνεται να προέρχονται τόσο από τις μέλισσες, όσο και από τη βοτανική πηγή
προέλευσης του μελιού. Τα συστατικά του μελιού που βρίσκονται σε κολλοειδή φάση
επηρεάζουν κάποιες ιδιότητες αυτού, όπως το χρώμα, τη γεύση, τη διαύγεια και την
κρυστάλλωση (Lothrop and Paine, 1931).
1.1.10. ΦΛΑΒΟΝΟΕΙΔΗ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
Τα φλαβονοειδή αποτελούν μια μεγάλη ομάδα φυτικών ουσιών. Αποτελούν το
0,5% της γύρης, το 10% της πρόπολης, ενώ το μέλι περιέχει κατά μέσο όρο 6000
μg/Kg. Το σημαντικότερο φλαβονοειδές του μελιού είναι η πινοκεμπρίνη, η οποία
βρίσκεται σε όλα σχεδόν τα δείγματα, σε συγκέντρωση 2-3 μg/mL. Άλλα σημαντικά
φλαβονοειδή είναι η χρυσίνη, η γκαλανγκίνη και η πινομπανκσίνη.
Τα φλαβονοειδή του μελιού μπορεί να προέρχονται από την πρόπολη, τη γύρη,
αλλά και το νέκταρ ή το μελίτωμα που οι μέλισσες συλλέγουν (Tomas-Barberan et al.,
2001). Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν τα μείζονα φλαβονοειδή του μελιού που
βρίσκονται σε όλα τα μέλια, όπως πινομπακνσίνη, πινοκεμπρίνη, χρυσίνη,
γκαλανγκίνη, τεκτοχρυσίνη, απιγενίνη, καθώς επίσης και μεθυλεστέρες της
καμφερόλης.Από την πρόπολη προέρχονται και πολλά παράγωγα του καφεϊκού
οξέος. Τα φλαβονοειδή που προέρχονται από την πρόπολη δε μπορούν να μας
δώσουν πληροφορίες για τη βοτανική προέλευση των μελιών, σε αντίθεση με κάποια
από αυτά που προέρχονται από τη γύρη ή το νέκταρ ή το μελίτωμα που συλλέγει η
μέλισσα. Έτσι, η εσπερετίνη αποτελεί δείκτη του μελιού από εσπεριδοειδή, ενώ
πολλά άλλα φαινολικά παράγωγα μπορούν να καθορίζουν την προέλευση διαφόρων
μελιών.
1.1.11. ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
Το μέλι γενικά, δε θεωρείται ιδιαίτερα βιταμινούχο. Οι βιταμίνες που περιέχει και που
είναι κυρίως του συμπλέγματος Β, αν και δε φτάνουν να καλύψουν τις ημερήσιες
ανάγκες της διατροφής ενός ατόμου. Γενικά, η περιεκτικότητα του μελιού σε
βιταμίνες είναι πολύ χαμηλή για να έχει κάποια διατροφική αξία . Όμως η
παρουσία τους είναι σημαντική καθώς βοηθούν στην καλύτερη απορρόφηση των
σακχάρων από τον ανθρώπινο οργανισμό. διατροφής.
Βιταμίνη Ποσότητα (mg) σε 100 gr μέλι
Β (Θειαμίνη)