04/11/2020
ΔΕΠ-Υ και Παιχνίδι
Η µείωση του παιχνιδιού έχει σχετιστεί µε την αύξηση δυσκολιών προσοχής και συγκέντρωσης στα παιδιά, καθώς και συγκεκριµένα µε τη ∆ιαταραχή ελλειµµατικής προσοχής - υπερκινητικότητας.
O Panksepp θεωρεί ότι ένας από τους λόγους αύξησης της ∆ΕΠ-Υ µπορεί να είναι η έλλειψη ευκαιριών των παιδιών προσχολικής ηλικίας για ελεύθερο και κοινωνικό παιχνίδι. Ο ίδιος θεωρεί ότι η αύξηση των κρουσµάτων της ∆ΕΠ-Υ αποτελεί εν µέρει «κοινωνική» ασθένεια και όχι βιολογική (Panksepp, 2008). Υποστηρίζει ότι τα παιδιά δεν παίζουν αρκετά έτσι ώστε να αναπτυχθεί υγιώς ο εγκέφαλος.
Μέσω του αυτό-ενεργοποιούμενου κοινωνικού παιχνιδιού ενίσχυονται οι εκτελεστικές λειτουργίες του µετωπιαίου λοβού που αφορούν µεταξύ άλλων τις ικανότητες για µάθηση, συγκέντρωση, οργάνωση, αυτοέλεγχο, ενσυναίσθηση, αυτορύθµιση και επίλυση προβληµάτων (Barkley, 1997; Panksepp, et al., 2003). Οι λειτουργίες αυτές, οι οποίες αναπτύσσονται σηµαντικά µε το ελεύθερο παιχνίδι, είναι συχνά επιβαρυµένες σε παιδιά µε δυσκολίες προσοχής.
Είναι σηµαντικό να κατανοήσουµε τι είναι παιχνίδι, καθώς αρκετές φορές οι ενήλικες δυσκολεύονται να το διαχωρίσουν από άλλες ευχάριστες ή σηµαντικές δραστηριότητες. Για παράδειγµα, το µάθηµα που γίνεται µε παιγνιώδη τρόπο ή µία ψυχαγωγική δραστηριότητα, όπως ο κινηµατογράφος ή µία ταινία σε dvd, δεν είναι παιχνίδι.
Όταν τα παιδιά έχουν τον έλεγχο της κατάστασης και τους δίνεται η ελευθερία να επιλέξουν µια δραστηριότητα από µια ευρεία ποικιλία επιλογών, αυτό είναι παιχνίδι. Αν ένας ενήλικας έχει τον έλεγχο, συνήθως οι επιλογές των παιδιών είναι περιορισµένες. Όταν τα παιδιά παίζουν επειδή θέλουν να παίξουν, χωρίς να περιµένουν µια εξωτερική ανταµοιβή, αυτό είναι παιχνίδι. Τέλος, Όταν τα παιδιά είναι ελεύθερα να χρησιµοποιήσουν τα διάφορα υλικά όπως εκείνα θέλουν, χωρίς να χρειάζεται να συµµορφώνονται µε την πραγµατικότητα, αυτό είναι παιχνίδι.
Η Bartlett (1996) ορίζει το παιχνίδι ως «παθιασµένη ενασχόληση µε τον περιβάλλον που έχουµε γύρω µας µέσω της εξερεύνησης, της µεταβολής, του πειραµατισµού και της προσποίησης, είτε µόνοι µας είτε µε άλλους». Θεωρεί το παιχνίδι βασικό ανθρώπινο ένστικτο, κεντρικό για την ανάπτυξη. Μάλιστα η θέση της αυτή υποστηρίζεται και από τις νευροεπιστήμες: «σηµαντικές αλλαγές λαµβάνουν χώρα στον εγκέφαλο όταν τα παιδιά παίζουν». Η Staempfli (2009) υποστηρίζει ότι το παιχνίδι δεν βοηθάει µόνο στην ανάπτυξη του εγκεφάλου αλλά και στην καλλιέργεια ενός «ευέλικτου και διαφορετικού τρόπου σκέψης», που επιτρέπει την επίλυση των πραγµατικών προβληµάτων στη ζωή αργότερα.
Όταν τα παιδιά παίζουν οµαδικά, µε αυθόρµητο τρόπο χωρίς την κατεύθυνση από τους ενήλικες, έχουν τη δυνατότητα να µάθουν να συνεργάζονται, να µοιράζονται, να διαπραγµατεύονται, να λύνουν τις διαφορές τους και να υποστηρίζουν τον εαυτό τους. Τα παιδιά που δεν παίζουν σε οµάδες ή ακολουθούν µόνο δοµηµένες οµαδικές δραστηριότητες χάνουν ευκαιρίες όχι µόνο για πληρέστερη κοινωνικοποίηση, αλλά και για προσωπική ανάπτυξη. Ιδιαίτερα το παιχνίδι στην κοινότητα ή τη γειτονιά λειτουργεί και ως µέσον ανάπτυξης της κοινωνικής ενσωµάτωσης των παιδιών. Τα παιδιά που δεν παίζουν στο πλαίσιο της κοινότητας ή της γειτονιάς έχουν αργότερα σηµαντικές δυσκολίες για κοινωνική ενσωµάτωση και την αίσθηση ότι δεν ανήκουν κάπου, κάτι που µπορεί να οδηγήσει σε σε αντικοινωνική και παραβατική συµπεριφορά ή σε συµπεριφορά εκφοβισµού (bullying) (Gill, 2015, Kids Matter, 2012).
Οι ευκαιρίες για ελεύθερο κοινωνικό παιχνίδι μπορούν να βελτιώσουν τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ καθώς διευκολύνουν την ωρίμανση του μετωπιαίου λοβού και την υγιή ανάπτυξη προ-κοινωνικών μυαλών.