23/02/2026
ΚΑΘΑΡΟΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΣΜΥΡΝΗ
Το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας στην πανέμορφη Σμύρνη, ο αέρας μύριζε ιώδιο, φρέσκο ταχίνι και θάλασσα. Οι άντρες κατέβαιναν στην προκυμαία, εκεί που οι ψαράδες άπλωναν: στρείδια, φούσκες, μύδια, κυδώνια και χταπόδια λιασμένα στον ήλιο και όσα άλλα θαλασσινά λαχταρούσε η ψυχή σου. Όλα για την Σαρακοστή.
Για τους Μικρασιάτες η νηστεία δεν ήταν στέρηση, αλλά το πανηγύρι στην ορθόδοξη εικόνα της θρησκείας και του πολιτισμού τους. Ήταν μια νύχτα που τα σπίτια στη Σμύρνη δεν είχαν κλειδαριές. Την Τυρινή Κυριακή οι πόρτες τους έμεναν ανοιχτές, ενώ στην γειτονιά του Φασουλά, στην Σμύρνη στις αρχές του 1900, η κυρά-Διαμάντω, αρχόντισσα με καταγωγή από το Αϊβαλί, ήξερε πολύ καλά πως η Τρανή Αποκριά [η τελευταία μεγάλη γιορτή πριν την σαρακοστή] ήταν το τελευταίο σύνορο που χώριζε την απόλαυση από την κάθαρση. Και γι αυτό πάντα προετοιμαζόταν....
Από το πρωί, το σπίτι μύριζε τυρόπιτα, φρέσκο βούτυρο κατιμέρια [τυρόπιτες τηγανιού] και αυγοκαλάμαρα [δίπλες] . Ο σύζυγός της, ο καπετάν Νικολός, ένας Μπουρμαλής έτσι έλεγαν συχνά τους Αϊβαλιώτες [από την Τούρκικη λέξη burma που πα να πει στριφτός επειδή ήταν στριφτοί και ζόρικοι] αλλά με καρδιά μάλαμα, κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού. Όταν το γεύμα σώθηκε, έδεσε ένα βραστό αυγό σε μια χοντρή κλωστή. Κάλεσε τα εγγόνια του, τις Κουζούδες [μια από τις πιο τρυφερές λέξεις της Καππαδοκίας από την τουρκική λέξη kuzu, που σημαίνει αρνάκι] Κάλεσε λοιπόν τα κορίτσια του σπιτιού, τα τρυφερά αρνάκια του μαζί με τα παλικάρια του και όλα μαζί άνοιγαν τα στόματα διάπλατα ξεκινώντας το παιχνίδι με το αυγό που συμβόλιζε το κλείσιμο του στόματος πριν τη Σαρακοστή. Με αυγό το κλείνουμε, με αυγό το ανοίγουμε το Πάσχα, έλεγε, ο καπετάν Νικολός και με το παιχνίδι σειότανε το σπίτι από τα γέλια. Τότε έφτιαχναν και την «Κυρά-Σαρακοστή», μια γυναίκα με τα χέρια σταυρωμένα από ζυμάρι η χάρτινη ή πάνινη χωρίς στόμα (γιατί νήστευε). Είχε επτά πόδια, ένα για κάθε εβδομάδα της νηστείας. Και κάθε Σάββατο θα της έκοβαν το ένα πόδι.
Όμως, καθώς ο ήλιος χαμήλωνε, οι καμπάνες της Αγίας Φωτεινής σήμαναν το πέρασμα για τον Εσπερινό της Συγγνώμης , την κατανυκτική ακολουθία που τελείται το απόγευμα της Κυριακής και που ανοίγει την πύλη της Σαρακοστής. Οι Μικρασιάτες έπαιρναν παιδιά κι αγγόνια από το χέρι και πήγαιναν στον Εσπερινό. Ήταν η στιγμή που η γιορτή έδινε τη θέση της στη μετάνοια. Χωρίς αυτήν, με βαριά ψυχή δεν έμπαιναν στη Σαρακοστή και κανένας Σμυρνιός δεν τολμούσε να ξεκινήσει νηστεία.
Το βράδυ, οι τελευταίες καμουζέλες [μασκαράδες με κρυμμένα πρόσωπα ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών με την καλή έννοια] τριγυρνούσαν στους μαχαλάδες με πειράγματα. Η κυρά Διαμάντω δεν κοιμόταν. Η κουζίνα της είχε γίνει ένα μικρό ηφαίστειο. Η αλισίβα έβραζε στο καζάνι. Με ένα πανί και άμμο, έτριψε κάθε σαχάνι [χάλκινο πιάτο] και κάθε τέντζαρη [κατσαρόλα] μέχρι που έγιναν καθρέφτες. Δεν έπρεπε να μείνει ούτε λιπίτσα [ίχνος λίπους ή κρέατος] από τα φαητά της μέρας. Για τη Μικρασιάτισσα νοικοκυρά, η λιπίτσα ήταν ο «εχθρός» που έπρεπε να εξολοθρευτεί για να θεωρηθεί το σπίτι καθαρό και η νηστεία έγκυρη. Το σπίτι έπρεπε να είναι τόσο παστρικό που ν‘αστράφτει… «κρύσταλλο».
Η Καθαρά Δευτέρα ξημέρωσε με έναν ουρανό γεμάτο χρωματιστά «πουλιά». Οι χαρταετοί της Σμύρνης υψώνονταν πάνω από τις γαλέρες, κουβαλώντας τις ευχές των ανθρώπων. Η οικογένειες φόρτωναν τα σεφέρ-τασιά [μεταλλικά δοχεία που μετέφεραν το φαγητό στην εξοχή] γεμάτα με ελιές και μουρμουριστά πικάντικα τουρσιά που "μουρμουρούσαν" καθώς ζυμωνόντουσαν στο βάζο και με τον ταραμά χτυπημένο σαν σύννεφο. Η Σμυρνιοί δεν έβλεπαν την νηστεία ως «τιμωρία» ή «πείνα» αλλά ως εκλεπτυσμένη επιλογή για καθαρή καρδιά, αναγνωρίζοντας ότι η πνευματική τροφή είναι εξίσου σημαντική με την υλική.
Η αληθινή ιεροτελεστία παιζόταν στις εξοχές του Προφήτη Ηλία και στα Μπαρντάκια. Ένας κατάφυτος τόπος με τρεχούμενα νερά, αιωνόβια πλατάνια και περιβόλια στους πρόποδες του όρους Πάγος, κοντά στις πηγές του ποταμού Μέλητα. Η λέξη «μπάρντακ» (bardak) στα τούρκικα σημαίνει «κούπα» ή «στάμνα», και η περιοχή ονομάστηκε έτσι γιατί εκεί κατασκευάζονταν τα περίφημα σμυρναίικα πήλινα σταμνάκια.
Οι Σμυρνιοί χαίρονταν τον αέρα και το πράσινο που ήταν πιο ζωντανό. Χόρευαν και γλεντούσαν με ούτια, βιολιά, σαντούρια, μπάλους και καρσιλαμάδες. Οι Σμυρνιές, με τα χέρια ακόμα λευκά από την αλισίβα που «άστραψε» τα χάλκινα, έστρωναν ολόλευκα κεντητά τραπεζομάντιλα πάνω στα χράμια [χοντρά, μάλλινα υφαντά, φτιαγμένα στον αργαλειό με μεράκι και έντονα χρώματα από τους μεγαλύτερους υφαντούς θησαυρούς του μικρασιατικού σπιτιού]
Εκεί, η λαγάνα και τα θαλασσινά της Ερυθραίας, οι φούσκες και τα κυδώνια, γίνονταν η κοινωνία της ημέρας. Στην εξοχή, έκοβαν την λαγάνα η αλλιώς «πατσαβούρα» με τα χέρια. Οι Μικρασιάτισσες όταν την ζύμωναν δεν χρησιμοποιούσαν πλάστη. Την άνοιγαν με τα δάχτυλα, πιέζοντάς την πάνω στον πάγκο, γιατί το άτακτο άνοιγμα δημιουργούσε λακκούβες και ζάρες στην επιφάνεια της ζύμης, κάνοντάς την να φαίνεται τσαλακωμένη μα πάντα πεντανόστιμη και τραγανή, ενώ η όψη παρέπεμπε στην εικόνα ενός τσαλακωμένου πεσκιριού [πετσετάκι φτιαγμένο από βαμβάκι ή λινάρι, συχνά με πανέμορφα τελειώματα στις άκρες].
Ο καπετάν Νικολός κοίταξε το πέλαγο. Η θάλασσα ήταν καθαρή, όπως και το μέτωπό του, καθώς ένιωθε πια για τα καλά το ξεκούμπωμα της ψυχής. Για τον Μικρασιάτη, τούτη η μέρα ήταν η ιερή στιγμή που η καρδιά "ξεκούμπωνε" από τα βάρη, τις πίκρες και τις παρεξηγήσεις που μαζεύονταν όλο τον χρόνο. Μετά τον Εσπερινό της Συγγνώμης, η απελευθέρωση από κάθε κακία είχε ολοκληρωθεί και η λύτρωση πως άφηναν πίσω κάθε έχθρα, μπαίνοντας στη Σαρακοστή τους έκανε, ανάλαφρους χαρούμενους και καθαρούς.
Έτσι λοιπόν ανάμεσα στο ούζο και το χαλβά, οι Μικρασιάτες έλεγαν με τον τρόπο τους πως νηστεία δεν είναι να μην τρως κρέας, αλλά να μην "τρώει" ο ένας τον άλλον. Ένας πολιτισμός που έβλεπε στο ταπεινό ραπανάκι και τον ταραμά τη μεγαλοπρέπεια της ίδιας της ζωής. Γιόρταζαν την αρχοντιά του να είσαι άνθρωπος «καθαρός», έτοιμος να ανηφορίσεις τον δικό σου Γολγοθά, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο στην Ανάσταση γνωρίζοντας πως το πρωί της Καθαράς Δευτέρας, όταν θα έπλενες το πρόσωπό σου, η ψυχή σου θα ήταν πιο λευκή κι από την αλισίβα που έβραζε στην αυλή. Ήταν ένας κόσμος που ήξερε να γλεντά μέχρι δακρύων και να σωπαίνει μέχρι προσευχής.
Ευχές για καλή Σαρακοστή με Ιστορικά, λαογραφικά στοιχεία, δεδομένα από κορυφαίους φορείς και μελετητές με πραγματικές μαρτυρίες προσφύγων πρώτης γενιάς, όπως αυτές έχουν διασωθεί προσαρμοσμένα σε κείμενο από απόγονο Μικρασιατών.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ/ΒΟΓΙΑΤΖΗ/ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ
https://www.facebook.com/photo/?fbid=3457940481037239&set=a.455918147906169